- Τι να σε φιλέψω...
- Δε θέλω κάτι... κάτσε κάτω... μην αναστατώνεσαι δεν είμαι κανένας ξένος... αν θελήσω θα σηκωθώ να βάλω ένα ποτήρι νερό μόνος μου.
- Να σου φτιάξω ένα καφεδάκι, να το πιούμε μαζί;
- Κάτσε σου λέω...
- Να σου κάνω μια βυσσινάδα που σ' αρέσει;
- Μπααα... δε θέλω κάτι! Να μείνεις κοντά μου θέλω, να σου κρατάω το χέρι και να μιλάμε χαζεύοντας τη δύση του ήλιου.
[...]
- Πως είσαι;
- Πως να είμαι... στιγμές στιγμές έχω την αίσθηση ότι είναι πολύ μακρυνό το γεγονός κι άλλες πως είναι τώρα γινομένο το κακό. Εσύ;
- Βουβή, περιμένω να δω τι άλλο θα μου φέρει η ζωή... Να προσπαθείς να μη στεναχωριέσαι και να κοιτάς λίγο περισσότερο τον εαυτό σου.
- Το κάνω γιαγιά μου...
- Δε το κάνεις επιμελώς... Διάλεξε έναν άνθρωπο και βάλ' τον πιο ψηλά από σένα. Μη σκέφτεσαι την οικογένεια, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι καμωμένοι να φτιάξουν οικογένεια... Η συντροφικότητα είναι το μυστικό...
-
- Το κάνω γιαγιά μου...
- Δε το κάνεις επιμελώς... Διάλεξε έναν άνθρωπο και βάλ' τον πιο ψηλά από σένα. Μη σκέφτεσαι την οικογένεια, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι καμωμένοι να φτιάξουν οικογένεια... Η συντροφικότητα είναι το μυστικό...
-
[...]
- Στάσου ένα λεπτό, πάω μέσα.
- Είναι κάτι, θες βοήθεια;
- Όχι, όχι... θα δεις.
Από μέσα ακούγονται ήχοι παράξενοι, μεταλλικοί όπως κάνουν τα κουταλοπίρουνα πάνω στον μαρμάρινο πάγκο. Κι ύστερα προβάλει η μαυροφορεμένη φιγούρα της, βαστώντας γερά στα δυο της χέρια τον μεγάλο ασημένιο δίσκο, με το πλεκτό στο βελονάκι, δυο κρυστάλλινα ποτήρια από τα καλά της, τη γυάλινη καράφα γεμισμένη με παγωμένο νερό κι από μια κουταλιά βανίλια (υποβρύχιο) στα ποτήρια. Τη βλέπω κι απορώ πως μεταφέρει τον βαρύ εκείνο δίσκο γεμάτο. Τα χέρια της μισοτρέμουν...
- Περίμενε να σε βοηθήσω.
- Μπορώ ακόμη, με δυσκολία αλλά μπορώ... έτσι να κάνεις κι εσύ!
- Γιατί τόσες ετοιμασίες, λες κι είμαι ξένος;
- Να τους περιποιείσαι εκείνους που αγαπάς... πάρε το ποτήρι σου κι έλα να φάμε το γλυκό μας...
[...]
- Για λέγε τι σε απασχολεί, εκτός από τα γνωστά.
- Τίποτε άλλο...
- Κι όμως σε απασχολεί, το βλέπω στα μάτια σου.
- Δεν είναι σπουδαίο, ούτε έχει σημασία ύστερα από όλα τούτα που μας βρήκαν.
[...]
- Να πας παιδί μου, να πας! Και το κεφάλι ψηλά...
[...]
Ποστ μεσα στο ποστ δλδ τοστ
Κι εκεί που είχα αποφασίσει να κάμνω ένα διάλειμμα από το θαυμαστό κόσμο της μπλογκόσφαιρας, εκεί ακριβώς ήρθε η ίδια η ζωή να τα ανατρέψει όλα. Κι έτσι το διάλειμμα που αυτοβούλως είχε μετατραπεί σε στάση εργασίας παύει κι ίσως να αρχίσω πάλι τις αναρτήσεις. Διότι για όποιον δεν το είχε καταλάβει με έμμεσο τρόπο δυο αναρτήσεις πριν, σας αποχαιρετούσα. Όμως είπαμε η ζωή είναι γεμάτη από ανατροπές. Θέλω χρόνο... χρόνο εσωτερικό... η αποδοχή θέλει χρόνο...
Και να που αγαπημένος μου Άσωτος με κάλεσε να του πω πέντε αλήθειες μου για το καλοκαίρι. Αντιγράφω ακριβώς από μιαν σχετική ανάρτηση μου (22-6-2008). Πέντε και μια αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας, σχετικές με το καλοκαίρι
1. Τα καλοκαίρια στα Νιφορέικα, τότε που η θάλασσα ήταν πεντακάθαρη, τότε που δεν υπήρχαν τα ξενοδοχεία, οι πισίνες και οι τουριστικοί πράκτορες δεν είχαν ανακαλύψει αυτόν τον μικρό παράδεισο. Τότε που η μεγάλη αλάνα, δίπλα από το μικρό σπιτάκι που νοικιάζαμε, μάζευε όλα τα παιδιά του χωριού και κάναμε παρέα παίζοντας αυτοσχέδια παιχνίδια!
2. Το παγωτό ξυλάκι “Brazilian” της ΕΒΓΑ όπου μετέπειτα το αντικατέστησε με το MegaByte αλλάζοντας ελαφρώς τη γεύση! Άραγε να το θυμάται κανένας αυτό το παγωτό; Brazilian…με το κίτρινο χαρτί περιτυλίγματος και το μια βραζιλιάνα να κρατεί μαράκες…
3. Η χαρά με την οποία πήγαινα να αγοράσω με τη μαμά μου τις «Χαρούμενες Διακοπές» από ένα βιβλιοπωλείο κοντά στο λύκειο της γειτονιάς μου καθώς και ένα αντίστοιχο βιβλίο με δημιουργικές ενασχολήσεις της Αγγελικής Βαρελά! Πρέπει να είμαι από τα λιγοστά παιδιά που δεν μου άρεσε να χαζεύω στην τηλεόραση…και που είχα αγαπήσει τα (ομολογουμένως ξεπερασμένης για την εποχή τους συγγραφικής δομής) βιβλία της Βαρελά.
4. Ο διακαής μου πόθος να αποκτήσω μια φουσκωτή βάρκα…που τελικά δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα. Το τι ψηστήρι έκανα στους γονείς μου δεν λέγεται…Τελικά κάποτε μου χάρισαν ένα υφασμάτινο καρό στρώμα θαλάσσης το οποίο μου το έσκασε μια χοντρή κυρία που δεν ήθελε να κάτσει στα πετραδάκια της αμμουδιάς (τι να σου κάνει και το στρώμα…όση ελαστικότητα είχε την προσέφερε κι ύστερα έκανα ένα ηρωικό μπούμ!)
5. Τον πατέρα μου να μας πηγαίνει με την αδερφή μου στα Ψηλά Αλώνια, να μας παίζει στην παιδική χαρά και να είναι πάντα γελαστός! Να μας κερνάει καλαμπόκι και συχνά να μας πηγαίνει στο Λαϊκό Θεατράκι να δούμε Καραγκιόζη από το Γιάνναρο.
6. Την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Τότε που ξάπλωνα στο γρασίδι, στον κηπάκο του σπιτιού όπου νοικιάζαμε για παραθέρισμα, κι έβλεπα τα αστέρια και τους σχηματισμούς τους κάνοντας όνειρα για το μέλλον! Τότε που στόχος ήταν το «πόσο θα’μαι το 2000;»… (και τώρα ξαπλώνω στο γρασίδι του κήπου μας, μόλο που έχω χάσει την παιδική αφέλεια και έχω αλλάξει θέση παρατήρησης των αστεριών! Ωστόσο, εξακολουθώ να ονειρεύομαι…)
Δεν ξέρω ποιοι έχετε παίξει το παιχνίδι τούτο, δεδομένου ότι έχω χάσει πολλά από τα αγαπημένα μου αναγνώσματα στα μπλογκς σας. Θα καλέσω με τη σειρά μου τη Sunnefoula , την Παρισινή Φίλη (μήνυμα ελήφθη) και την αγαπημένη μου Marimar (ξέρω πως δεν έχετε μπλογκ, να παίξετε στα σχόλια), τον Καρκίνο, την Dee Dee, την Voltitsa μου κι όποιον/α άλλο επιθυμεί.
Καλό υπόλοιπο θέρους σε όλους σας!