Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Σσσσσσσσσσσσσσ


Πόσο καιρό ἔχω νά σού γράψω;
Καλύτερα νά μή ρωτᾶς…
Γιατί δέ μοῦ γράφεις;
Γιατί στερέψανε τά λόγιά μου, γιατί δέν ἔχω ἄλλα νά σού πῶ
Τό «θεριό» μέσα σου ἡσύχασε;
Μή ρωτᾶς, μή μέ κοιτᾶς…





ΥΓ.Τό κομμάτι μου τό θύμισε ἡ Sunnefoula. Μοῦ λείπεις Sunnefoula ὅπως κι ἄλλα ἄτομα πού ἀγαπῶ κι ἄς βρίσκονται μακρυά. Γιά κείνη, λοιπόν, κι ὅλους ὅσους σκέφτομαι μά δέν «ἐνοχλῶ» ἡ παροῦσα ἀνάρτηση!

Φιλῶ καί χαιρετῶ σας!

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Φωνές Κ.Π. Καβάφης


Ἰδανικές φωνές κι ἀγαπημένες
ἐκείνων πού πεθάναν, ἤ ἐκείνων πού εἶναι
γιά μᾶς χαμένοι σάν τούς πεθαμένους.

Κάποτε μές στά ὄνειρά μας ὁμιλοῦνε·
κάποτε μές στήν σκέψι τές ἀκούει τό μυαλό.

Καί μέ τόν ἦχο τῶν γιά μία στιγμή ἐπιστρέφουν
ἦχοι ἀπό τήν πρώτη ποίησι τῆς ζωῆς μας —
σά μουσική, τήν νύχτα, μακρυνή, πού σβύνει.



Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Βασιλιάς ἤ Πένης ;


Ὀνείρου μανιώδης σαρκασμός
σ' ἔφερε ὁλόκληρο ταξίδι ἀπό κάτω
ὄχι γιά μένα βέβαια, μόνο γιά νά διαλάμψει
μία ἐχθρά του ἄσπονδη ἀλήθεια.

Τελάλης λόφος διαλαλοῦσε τήν κορφή του
ἀπ' ὅπου ἀνάβλυζε γάργαρο παλάτι.
Ὅποιος τό ἔπινε γινότανε ἀμέσως
μονοπάτι ἕως ἀπάνω, τήν πύλη τοῦ ἀνερμήνευτου.

Ἐσύ, κάπου στό μέσον της ἀνάβασης.
Ἐπίγειος ρυθμός πετώντας τή συντόμευε.

Στούς πρόποδες ἡ ἔγνοια μου
ποῦ πήγαινες ἐσύ ἕνας ἀχρείαστος στά ὄνειρα
ἀφοῦ δέν ὑποφέρεις,
τί πάρε δῶσε ἄνοιξες μέ ἀνάκτορα
ποιές ματαιοδοξίες κοιλιόδουλες σέ κάλεσαν
πῶς θ' ἀρτυθεῖς αἱματηρά κοψίδια βασιλείας
ἐσύ πού διαιτᾶσαι μέ αὐστηρή
ἰσότητα χωμάτων.

Χίλιες φορές τύραννος παρά τυραννισμένος σύριξες
κι ἄστραψες μπροστά μου καθ' ὅλα βασιλιάς
μέ στέμματα μέ ὑπηκόους οἴνους μουσικές
δοῦλες πιατέλες ἔσκυβαν γεμάτες σφάγια ζήτω
βελούδινοι σέ τύλιγαν μανδύες
κόλακες πορφυροί της εὔπιστης σκιᾶς σου.

Μυστικοσύμβουλός σου ἐπιστήθιος
ὁ μανιώδης του ὀνείρου σαρκασμός.

Ἄδειος ὁ θρόνος δίπλα στόν δικό σου
κι ἄς ἤμουνα διά νόμου ἕτερον ἥμισύ της δόξας σου.
Μία καί τήν ὀνειρεύτηκες τήν ἤθελες ὁλόκληρη δική σου
καί ὄρθιες ξεροσταλίαζαν οἱ δύο βέρες
σάν πελαργοί στό ἕνα δάχτυλό μου.

Στό χέρι πού μου ἔτεινες ἀπρόσωπα
γιά ν' ἀσπαστῶ φοροῦσες τό μονόπετρο
διακριτικό της μοναρχίας σου
ἐξαίσιο δαχτυλίδι δολοπλόκο
– κούφια ἡ πέτρα μέσα, θήκη
ἐγγύς γιά δηλητήριο.

Πρός τί νά πικραθῶ.

Ἡ κάθε ἀγάπη, ἐστεμμένη ἤ ἁπλός πολίτης
ἤ καί νεκρός ἀκόμα πού εἶναι ὑπεράνω ὑποψίας
κάπου πάντα κάπου
θέλεις στό διάδημά της θές στή μεσαία τάξη της
ἐκεῖ στῆς συγχορδίας τό πίσω πίσω τέλι
ἀνάμεσα στό ἀφόρετο ἀκόμα ἀσπρόρουχό της
μά καί σέ πλαϊνή ραφή φιλιοῦ
ἀγάζωτου ἀκόμα στά τρυπώματα στίς πρόβες

ἡ κάθε ἀγάπη πάντα
κάπου σου τό 'χει φυλαγμένο τό φαρμάκι.


Κική Δημουλά

Ἀπό τή συλλογή Ἑνός λεπτοῦ μαζί (1998)

 



Ἀφιερωμένο σέ ἐκείνη πού ξέρω πώς ἦταν ἕνα ἀπό τά ἀγαπημένα τῆς ποιήματα… τῆς ἄρεσε νά τό ἀκούσει συνοδεία τοῦ συγκεκριμένου κομματιοῦ…

«χαμήλωσε λίγο τήν ἔνταση τοῦ πικάπ, γιά νά ἀκούγεται ἡ δική σου φωνή καθάρια»

«μά δέν εἶναι πικάπ!», τῆς ἔλεγα. Κι εἶμαι βέβαιος ὅτι πάντα ἔλεγε τή λέξη πικάπ γιά νά ἀρχίσει ἕνας διαλόγος μεταξύ μας.

Καλή ἀντάμωση. Χαίρομαι πού πρόλαβα νά σέ δῶ γιά τελευταία φορά τήν πρωτομαγιά. Τώρα θά εἶσαι καί πάλι κοντά στό Θοδωράκη σου…

Χαιρετῶ σέ!

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Αν τύχει και δεις το βιβλιαράκι σημειώσεων που τηρώ καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας μου, το δίχως άλλο θα χαμογελάσεις. Κείμενα, σκέψεις, παρατηρήσεις, σκίτσα, στίχοι κ ποιήματα ολοκληρωμένα, ανολοκλήρωτα κι άλλα στα οποία επιστρέφω μήνες μετά για να συμπληρώσω μιαν σκέψη ή λέξη. Γραμμένα τα περισσότερα στο πόδι, στη σκοπιά. Όλα όμως με το ίδιο στυλό και το ίδιο μολύβι.

Λευκές αριθμημένες σελίδες, κάθε κείμενο με την ημερομηνία του καθώς και την ώρα έναρξης γραφής του. Το ξεφυλλίζω, χαζεύοντας το, καθώς επιστρέφω με το υπεραστικό λεωφορείο σπίτι μου. Η εκδρομή στας εξοχάς τελείωσε κι ένας κόμπος στο λαιμό με πνίγε τούτη τη στιγμή. Κρατάω σημειώσεις για όσα όμορφα κι ευχάριστα έζησα με τον ίδιο τρόπο (ωσάν να είμαι στη σκοπιά).

Είχα ανάγκη αυτή την εκδρομή και με γέμισε σαν άνθρωπο. Είχα πολλούς μήνες να ταξιδέψω μόνος ίσαμε να φτάσω σε μέρος μακρινό που θα με περιμένει παρέα καλή. Περισσότερο ελαφρωμένος από όσα με βάραιναν κατά το παρελθόν

Σάββατο 15 Μαΐου 2010

Ἄνοιξε τό παράθυρο δροσιά νά μπεῖ τοῦ Μάη…


Ἀπόγευμα, μήνας Μάης…μέ ἕναν καιρό πού τίποτα δέ θυμίζει τόν περσινό Μάη οὔτε καν τίς ζεστές μέρες πού εἴχαμε τήν βδομάδα πού διανύσαμε. Εἶναι κάποιες ἡμερομηνίες πού θές νά σβήσεις ἀπό τή θύμησή σου κι ἐκεῖνες μένουν καλά χαραγμένες ὥστε νά σού θυμίζουν τά περασμένα. Δέ βαριέσαι…
 
Σήμερα ἡ ἀνάρτηση θά ἔχει χρῶμα, φῶς, λουλούδια…ὅ,τι ἁρμόζει στήν ἄνοιξη! 

Τρέξε νά ἀνοίξεις τό παράθυρό σου, νά μπεῖ δροσιά τοῦ Μάη…






Ἡλιοβασίλεμα στήν περιοχή πού εἶναι τό καινούριο στρατόπεδο πού ὑπηρετῶ. Φωτογραφία πού τραβήχτηκε πρίν λίγες μέρες, σέ μίαν ἔξοδο ἀπό τή μονάδα.


Λεπτομέρεια ἀπό τό μπαλκόνι μου






Νά μία συνήθεια πού ἀγαπῶ κ τηρῶ μέ εὐλάβεια! Ἕνας βασιλικός στό παραθύρι μου…






Τα κακτάκια κ η Σεμίραμις

Σας φιλώ γλυκά όλους σας, απ’τας εξοχάς όπου έχω εκδράμει…(ναι, είμαι αδειούχος από Δευτέρα τα κεφάλια μέσα!)

Χαιρετώ σας!

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Τό μέτρημα!


Ὁ χρόνος τρέχει τόσο γρήγορα πού στιγμές στιγμές μέ ἐκπλήσσει καί μέ γεμίζει μέ ἕνα περίεργο συναίσθημα. Τό περασμένο τριήμερο ἦταν ἕνα σύνηθες τριήμερο παραμονῆς μου ἐντός της στρατιωτικῆς βάσης. Συγκεκριμένα πρόσωπα, λίγοι φαντάροι καί σχεδόν τίποτα δέν ταράσσει τή στρατιωτική μονοτονία τοῦ Παρασκευοσαββατοκύριακου (τό διάβασες; Σωστός σιδηρόδρομο ἡ λέξη!).

Σήμερα, ὁδηγώντας γιά νά ἐπιστρέψω σπίτι μου σκεπτόμουν πόσο μακρυνή φαντάζει ἡ Παρασκευή (ἡμέρα πού εἶχα γυρίσει στό στρατόπεδο). Μοῦ φαινόταν πώς εἶχαν περάσει δύο βδομάδες. Ναί τόσο μακρυά ἐνίωθα πώς ἦταν ἡ περασμένη Παρασκευή… κι ὅμως εἶχαν περάσει μονάχα τρεῖς μέρες. Τρεῖς μέρες ἤρεμες, σέ οἰκεῖο κ ζεστό κλίμα (ναί ναί, στό νέο στρατόπεδο εἶναι διαφορετικά!!!) πού δέν ἔπαυαν νά φαντάζουν «αἰώνας».

Φτάνω μέ τό αὐτοκίνητο, ἔξω ἀπό τήν Πάτρα κ μόλις διέκρινα τή γέφυρα τοῦ Ρίου (ἐκείνη πού ἑνώνει τή Ρούμελη μέ τήν Πελοπόννησο) ἐνίωσα νά γυρίζω στή θαλπωρή τοῦ σπιτιοῦ μου. Κατεβάζω τό παράθυρο τοῦ αὐτοκινήτου γιά νά μυρίσω θάλασσα. Ξεχνιέμαι καθώς ὁδηγῶ, σβήνουν ἀπό ὁ νοῦ μου οἱ πρότερες σκέψεις. Πλημμυρίζω μέ ἕνα συναίσθημα ἀλλόκοτο. Δέ βλέπω τή στιγμή νά γυρίσω σπίτι μου…

Παρκάρω μέ σχετική εὐκολία γιά Δευτέρα πρωί. Ἀνεβαίνω στό σπίτι μου κι ἀνοίγω τήν μεγάλη μπαλκονόπορτα τοῦ δωματίου μου. Τό δωμάτιο λούζεται ἀπό ἥλιο. Ἕναν ἥλιο ζεστό, σχεδόν καλοκαιρινό. Ἡ ματιά μου σχεδόν αὐτόματα πέφτει στή βοκαμβίλιά μου. Ὁλάνθιστη, χάρμα ὀφθαλμῶν νά τή βλέπεις. Κάθομαι ἔτσι, χωρίς νά κάμνω τίποτε ἄλλο, παρά νά χαζεύω τή γειτονιά  μου. Τή γειτονιά μέσα στό κέντρο τῆς πόλης πού μέ ἀνάθρεψε κι ἀκόμη παραμένω κάτοικός της.

Ἀνοίγω τό laptop καί σχεδόν αὐτόματα τσεκάρω τά mails  μοῦ. Πενήντα ἔξι e-mails (56!!! Σέ τρεῖς μέρες; Τί λές ρέ παιδί μου…) τά περισσότερα τῶν ὁποίων εἶναι προωθούμενα ἀπό τρίτους. Ἀνάμεσά τους κι ἕνα μέ θέμα «ἔξι μῆνες σάν μία μέρα». Εἶναι ἀπό τόν ΧΧΧ, τί νά θέλει νά πεῖ μέ αὐτό τό mail; Μά ναί, πέρασαν κιόλας ἔξι μῆνες ἀπό τότε ποῦ παρουσιάστηκα φαντάρος στήν Τρίπολη. Χαζεύω μία σειρά ἀπό φωτογραφίες ποῦ εἴχαμε βγάλει στό δεύτερο ἐπισκεπτήριο ποῦ εἶχε ἔρθει νά μέ δεῖ. Εἶχα λησμονήσει τήν ὕπαρξή τους. Μοῦ τίς ἔστειλε λέει, γιά νά δῶ πόσο γρήγορα τρέχει ὁ χρόνος καί γιά τίς βάλω στό ἀρχεῖο τῶν ἐνθυμίων μου.  

Πότε πέρασαν ἔξι μῆνες, πότε ἦταν ποῦ εἶχε ἔρθει νά μέ δεῖ στήν Τρίπολη; Κάθομαι καί χαζεύω τίς φωτογραφίες καί νομίζω ὅτι εἶναι τραβηγμένες χτές. Κυριολεκτικά μιλάω. Νομίζω ὅτι ἄν κλείσω τά μάτια μου, εἶναι χτές πού ἦρθε στό δεύτερο ἐπισκεπτήριο, χτές πού κάναμε βόλτα στό στρατόπεδο.

Πλήρης ἀντίθεση σκέψης κι αἴσθησης μέ ἐκείνη πού εἶχα ἐπιστρέφοντας. Πῶς γίνεται οἱ τρεῖς μέρες νά φαντάζουν «αἰών»  κι ἔξι μῆνες σά τή χτεσινή μέρα; Τελικά ἐκεῖνο τό «ἔξι μῆνες σάν μία μέρα», ἦταν τόσο εὔστοχο…





Τούς ἀνθρώπους τῆς ζωῆς μου θά 'θελα νά τούς κρατήσω


τά ἀγρίμια, τούς ἀγγέλους καί τούς πιό κανονικούς


ὅσους ἄφησαν σημάδι, ὅσους πῆρε τό σκοτάδι


τούς ἐκείνους, τούς τυχαίους, τούς πολύ προσωπικούς


καί μοῦ βγαίνουν πάντα λίγοι, ἤ μου βγαίνουνε πολλοί


κι εἶναι ἡ μοναξιά πού ἐπείγει ὅτι μέ μελαγχολεῖ


καί μοῦ βγαίνουνε πάντα λίγοι, ἤ μου βγαίνουν πολλοί


σέ ἕνα μέτρημα πού ἀνοίγει τή παλιά μου τή πληγή


(σουυυυυυ, τώρα ἀκοῦμε… καί μοῦ βγαίνουν πάντα λίγοι ἤ μου βγαίνουν πιό πολλοί…)

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Τό πρόσωπο τοῦ Μάη

Ἦταν τοῦ Μάη τό πρόσωπο
τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα
ἕνα περπάτημα ἐλαφρύ
σάν σκίρτημα τοῦ κάμπου

Κι ἄν θά διψάσεις γιά νερό
θά στύψουμε ἕνα σύννεφο
κι ἄν θά πεινάσεις γιά ψωμί
θά σφάξουμε ἕνα ἀηδόνι.
Ν. Γκάτσος

Στούς ἀδικοχαμένους τῆς χτεσινῆς μέρας. Πόσο ἀκόμα θά εἴμαστε στό ἴδιο θέαμα θεατές; Πρώτη φορά ἐνίωσα φόβο… στά νεότερα Δεκεμβριανά δέν εἶχα νιώσει νά ἀπειλοῦμε. Ἡ χτεσινή μέρα ὅμως μέ γέμισε φόβο… ποῦ ζοῦμε κι ἀλήθεια ποῦ πᾶμε;

Εἶχα ἑτοιμάσει μίαν ἄλλη ἀνάρτηση γιά σήμερα ἀλλά δέν ἔχω διάθεση νά λέω τά δικά μου…