Δύο μῆνες πρίν συμπληρώσω τήν ἐννιάμηνη θητεία μου κι ὁ χρόνος ἔχει ἀποκτήσει δικούς του ρυθμούς. Ἄλλοτε τρέχει μέ ἀλλόφρονες ταχύτητες κι ἄλλοτε μέ ρυθμούς ἀργούς, βασανιστικούς.
Μοῦ ἔχουν λείψει ἄνθρωποι δικοί μου, ἄνθρωποι πού μία ματιά μᾶς ἀρκεῖ γιά νά ποῦμε ὅσα τά λόγια δέν εἶναι ἱκανά. Εἶναι βλέπεις ἡ σιωπή τῶν ἀνθρώπων πού λέει περισσότερα ἀπό ὅσα τά φλύαρα τά λόγια!
Πιό ἄδειος συναισθηματικά παρά ποτέ, βιώνω τήν περίοδο ἐκείνη πού συνειδητά ἀπέχω ἀπό τή διαδικασία ἀναζήτησης συντροφιᾶς. Μήπως συνήθισα στή μοναξιά μου, μήπως μέ ἔχει κουράσει ἡ «ὑποχρεωτική» στρατιωτική συναναστροφή μέ ἄτομα ποῦ δέν ἔχω τίποτα νά ἐπικοινωνήσω ἤ μήπως δέν ἔχει βρεθεῖ ἀκόμα τό ἄτομο ἐκεῖνο ποῦ θά πᾶμε συναισθηματικά παρακάτω; Ὅπως κι ἄν ἔχουν τά πράγματα νιώθω καλά μέ τόν ἴδιο μου τόν ἑαυτό, γεγονός πού μέ κρατᾶ σέ πλήρη ἠρεμία κι ἡ ἰσορροπία μέ τό εἶναι μου.
Ἔχω ἀρχίσει νά ξανακάνω ὄνειρα μικρά καί μεγάλα (μήπως ἔχει νά κάμνει μέ τήν ἐπικείμενη ἀπόλυσή μου;). Θέλω νά πάω ἕνα μεγάλο ταξίδι χωρίς νά ὑπολογίζω τό χρόνο πού ἔχω στή διάθεσή μου…μία ὁδηγητική περιπλάνηση…νά φτάσω στό «καλαμαράκι» μου, νά ἀράξω τό αὐτοκίνητο ἔξω ἀπό τό σπίτι της καί νά τῆς κάνω ἔκπληξη! (ἐπί τοῦ παρόντος ἀρκοῦμαι παρκάροντας τά μικρό μου ἁμαξάκι πότε στή στρατιωτική μου βάση καί πότε στούς δρόμους τῆς γειτονιᾶς μου!)
Μέ περιμένει, ἄλλωστε, κι ἐκείνη ἡ βόλτα πού μου εἶχες ζητήσει μερικές βδομάδες. Ἤθελες (λέει) νά γίνει ἡ ἀφορμή νά μέ γνωρίσεις καλύτερα, νά μοῦ ἀφιερώσεις περισσότερο χρόνο γιά νά μέ μάθεις καλύτερα! Πόσο καλύτερα νά μέ δεῖς; Εὐτυχῶς πού δέν ἔχω πιστέψει σ’ αὐτή τή βόλτα, διότι θά ἔτρωγα τρελή ἀπογοήτευση ἄν δέ πραγματοποιηθεῖ. Μοῦ ἀρκοῦν, ὅπως πάντα, πολύ λιγότερα ἀλλά οὐσιαστικότερα ἀπό μία τυπική βόλτα. Μοῦ εἶναι ἀρκετό, πλέον, νά ξέρω ὅτι εἶσαι καλά κι ὅτι μέ σκέφτεσαι ἀπό καιρό εἰς καιρόν μέ ἕνα συναίσθημα ὄμορφο. Βλέπεις; Δέ βάζω πιό συναίσθημα! Μοῦ ἀρκεῖ ἕνα συναίσθημα συμπάθειας…
Τά δάκρυά μου νά γεννοῦν διαμάντια σ' ὅ,τι ἀγγίζεις
καί τό ποτήρι τῆς χαρᾶς ποτέ νά μή στραγγίζεις.
Νά πίνεις καί νά ξεδιψᾶς καί νά' ν' αὐτό γεμάτο,
σά νά 'ναι ἡ βρύση ἀπό ψηλά κι ἐσύ νά 'σαί ἀποκάτω.
Ἀντιγράφω πέντε ἀποσπάσματα ἀπό κείμενα ποῦ εἶναι γραμμένα σέ ἐντελῶς διαφορετικές χρονικές στιγμές τῆς μέχρι τώρα στρατιωτικῆς μου θητείας καί τά συνδέω μέ ἕνα τετράστιχο ἀπό τά ὀμορφότερα ποιήματα τοῦ Πολέμη (ἀπόσπασμα ἀπό τό ποίημα «ὁ ἀποχαιρετισμός τῆς μάνας») . Πέντε παράγραφοι ποῦ ἐλπίζω νά ἔχουν μία σχετική νοηματική συνέχεια γιά ἐσᾶς πού τίς διαβάζετε. Γράφω μανιωδῶς στό βιβλιαράκι σημειώσεων πού ἔχω. Ὁλόκληρες ἐπιστολές πού δέν πρόκειται ποτέ νά λάβουν οἱ ἀποδέχτες τους. Καί γιατί τίς γράφω θά μέ ρωτήσετε… τίς γράφω γιατί εἶναι λόγια καί πράγματα πού θά ἤθελα νά τούς πῶ ἀλλά οἱ στιγμές δέ τό ἐπέτρεψαν, γιατί ὅταν ἤθελα νά τούς μιλήσω τά τηλέφωνά τους βούιζαν ἤ ἦταν ἄγρια χαράματα κι ἦταν ἀνέφικτη ἡ ἐπικοινωνία μαζί τους.
ΥΓ. εὐχαριστῶ ἀπό καρδιᾶς ὅλους ἐσᾶς πού ἀφήνετε ἕνα σχόλιο, μία σκέψη σας στίς ἀναρτήσεις πού κάνω. Τά διαβάζω ὅλα προσεχτικά παρότι δέν ἀπαντῶ… δέν προλαβαίνω νά κάμνω ἀρκετά στίς ἐξόδους πού ἔχω! Πρότιμω νά περνάω λιγότερο χρόνο στόν ὑπλογιστή καί περισσότερο σέ μικρές ἀγαπημένες συνήθειές μου. Ὡστόσο, σᾶς διαβάζω ὅλους ἀνελειπῶς… νά χαμογελᾶτε παῖδες!
ΥΓ2. Ἀγαπᾶμε Μαρίζα Κώχ κι ἰδιαίτερα τό ἀκόλουθο! Τυχερός ὁ Bosko πού γνωρίζει τή Μαρίζα Κώχ. Ἐλπίζω νά τῆς ἔδωσε τό φιλί πού τοῦ παρήγγειλα διαδικτυακᾶ.
Φιλῶ καί χαιρετῶ σας!