Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δέκα Λεπτά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δέκα Λεπτά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Δέκα Λεπτά

Είπα να μοιραστώ μαζί σας, μια σειρά κειμένων σε συνέχειες που έχω γράψει καθ' όλη τη διάρκεια της μέχρι τώρα θητείας μου. Δε ξέρω σε ποιο λογοτεχνικό είδος κειμένου ανήκει. Μια απόπειρα για ένα σύντομο διήγημα ήταν η αρχική προσπάθεια (σκέψη), αλλά δεν ξέρω αν μπορεί να ενταχθεί σε αυτή την κατηγορία. Σήμερα το πρώτο μέρος, από τα επτά που έχω γράψει εν είδει συνεχειών, ίσαμε τη στιγμή που γράφω αυτές τις αράδες. Η σειρά αυτών των κειμένων αφιερώνεται στην πιστή μου Amelie, που μου λείπει ιδιαίτερα κι οποία με παρότρυνε πάντα να γράφω αυτά που κατά καιρούς της έλεγα. Ελπίζω να σας αρέσει...

Δέκα Λεπτά

-1-

Κοίταξε το ρολόι του, η ώρα ήταν τρεις και είκοσι. Ήλεγξε για πολλοστή φορά τα ταξιδιωτικά του έγγραφα κι έβαλε βιαστικά στις αποσκευές του, το δίσκο που άκουγε το περασμένο βράδυ. Είχε δέκα λεπτά στη διάθεσή του μέχρι να ξεκινήσει το ταξίδι για το οποίο τόσο καιρό μεθοδικά ετοιμαζόταν. Δέκα λεπτά για να ξαποστάσει, να χαλαρώσει κι έπειτα να κινήσει για τη δική του Ιθάκη. Κάθισε στην μεγάλη, αναπαυτική πολυθρόνα αντίκρυ στη μπαλκονόπορτα. Από το διαμέρισμά του στον πέμπτο, μπορούσε να διακρίνει τη θάλασσα και τα καράβια που πήγαιναν κι έφερναν τον κόσμο πάντα στον ίδιο προορισμό, πάντα στην ίδια ώρα μα ποτέ με τις ίδιες χαρές, τα ίδια βάσανα ή πίκρες.

Είχε δέκα λεπτά στη διάθεση του...Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω κι έκλεισε τα μάτια του, μουρμουρίζοντας τη μελωδία που βασανιστικά είχε καρφωθεί στο μυαλό του. Μέσα στη βαβούρα της χθεσινοβραδινής αποχαιρετιστήριας βραδιάς προς τιμήν του, για μια στιγμή είχε ακούσει την Πιάφ να τραγουδά το "Παντάμ...". Λοιπόν, εκείνο το "Παντάμ...παντάμ...παντάμ..." κυριαρχούσε μέσα του, σαν κύμα που φουσκώνει και μ' ορμή σε παρασύρει. Δεν είχε περάσει καλά στη γιορτή που οι δικοί του άνθρωποι και φίλοι είχαν ετοιμάσει για χάρη του. Αν υπήρχε τρόπος θα ήθελε να έχει τρέξει μακρυά, να είχε φύγει από της γιορτής τα φώτα. Σχεδόν όλοι ήταν εκεί, μαζί του, για να γιορτάσουν, να θυμηθούν στιγμές όμορφες, αστείες, έρωτες που πέρασαν άφησαν τα σημάδια τους κι άλλους που στέριωσαν. Για να θυμηθούν στιγμές μικρές, στιγμές μιας καθημερινότητας που συνθέτουν αυτό που λέμε ζωή.

Η χαρά των άλλων γινόταν θηλιά που τον έπνιγε. Ευτυχώς που κάποια ώρα όλα εκείνα τελείωσαν και καθένας πήρε το δρόμο της επιστροφής.

- "Θες να σε πετάξουμε εμείς στο σπίτι, με το αυτοκίνητο;" άκουσε από το στόμα της Άννας.

- "Όχι, ευχαριστώ. Ίσως περπατήσω λίγο, αλλιώς θα πάρω ταξί", απάντησε βιαστικά, έχοντας εκ των προτέρων αποφασίσει πως θα περπατήσει για τελευταία βραδιά στους δρόμους της πόλης που τόσο αγάπησε και τώρα ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει. Ήθελε να περάσει από σημεία που του θύμιζαν κάτι ξεχωριστό, κάποιο συμβάν της ζωής του που μπορεί να για τους υπόλοιπους να μη σήμαινε τίποτε απολύτως, όμως για κείνον είχε εξέχουσα θέση στις αναμνήσεις του.

Ένα βουβό παράπονο, ένα αδιόρατο αγκάθι τρυπούσε την ψυχή του όλο το βράδυ. Μα τώρα βαδίζοντας το δρόμο της επιστροφής και της «περιπλάνησης» έφερνε στο νου του λόγια κι εικόνες που δεν μπόρεσε να μοιραστεί τόσα χρόνια με όλους αυτούς που τον είχαν τιμήσει! Άλλωστε, αυτό ήταν ένα στοιχείο του χαρακτήρα του. Μέσα στο χαμόγελο που πάντα φώτιζε το πρόσωπό του, αυτός σκέπαζε όσα δεν ήθελε οι άλλοι να δουν με ευκολία. Δε τα έκρυβε, αλλά δε τα έδινε απλόχερα. Φοβόταν πως έτσι θα μολύνει ό,τι καθάριο κι αγνό είχε κρατήσει για τον ίδιο. Γι’ αυτό οποιονδήποτε έμπαινε στον κόπο να κοιτάξει πίσω από τη «φωτεινή» εικόνα, με τρόπο διακριτικό κι αληθινό ενδιαφέρον φρόντιζε να τον κάνει φίλο καλό.

Τα βήματα του, τον είχαν φέρει μπροστά από την κρήνη του Κριτόλαου. Ήταν εκείνο το σημείο της πόλης που έδινε τα ραντεβού του. Κοντοστάθηκε μπροστά από την άψυχη κρήνη με ένα αίσθημα αλλόκοτο και απορία μικρού παιδιού αναρωτήθηκε. Άραγε να υπάρχει ακόμα εκείνο το σύνθημα που είχε γράψει, στο πίσω μέρος της κρήνης; “Το ριζικό μου, ακόμα, τι μου γράφει;”, τούτο είχε γράψει πρωτοερχόμενος, παιδί στα δεκαοχτώ του, για σπουδές. Από εκείνον το Σεπτέμβρη είχαν περάσει σχεδόν είκοσι καλοκαίρια. Κόντευε πια τα σαράντα κι η πόλη αυτή από ξένη που ήταν στην αρχή του είχε γίνει οικεία κι αγαπητή. Είχε κάνει έναν αξιόλογο κύκλο γνωστών κι ακόμη, την ύστατη εκείνη ώρα, δεν ήξερα αν έκανε καλά που την εγκατέλειπε. Διατηρούσε τις επιφυλάξεις του, όπως για κάθε τι. Δεν ήταν άνθρωπος που του άρεσαν οι μεγάλες αλλαγές στις συνήθειές του κι αυτή το δίχως άλλο ήταν από τις σημαντικότερες που είχε κάνει ίσαμε τώρα.

Έμεινε να κοιτάει την κρήνη χωρίς να μπορεί να τιθασεύσει τις αναμνήσεις που ξεπηδούσαν η μια πίσω απ’ την άλλη. Αναμνήσεις που δεν μπόρεσαν να του ξυπνήσουν τόσοι γνωστοί, λίγες ώρες νωρίτερα. Κοντοστάθηκε λίγο ακόμα, αντίκρισε καλά καλά το χώρο με την κρήνη κι ύστερα σε στάση προσοχής, σα να χαιρετά κάποιον ανώτερο, αποχαιρέτησε την άψυχη εκείνη κρήνη που μονάχα άψυχη δεν ήταν με τόσες αναμνήσεις που είχε ανασύρει από το μυαλό του.

- «Ξέρεις ποιος ήταν ο Κριτόλαος;» , τον είχε ρωτήσει σε μια από τις πρώτες συναντήσεις τους ο άνθρωπος που μετέπειτα θα έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή του.

- «Δεν ξέρω» είχε απαντήσει.

Είχε κάπως ντραπεί γι’ αυτή του την απάντηση, γιατί πίστευε ότι έχανε πόντους απ’ τα μάτια του ανθρώπου με τον οποίο ήταν ερωτευμένος. Θα’ θέλε να είχε πει κάτι, αν ήξερε, έστω, δυο λέξεις για τον Κριτόλαο θα μπορούσε να τον εντυπωσιάσει. Τότε, όμως, δεν ήξερε τίποτε απολύτως για το σπουδαίο φιλόσοφο από τη Φασήλιδα της Λυκίας. Ούτε για τον έρωτα ήξερε πολλά πράγματα…ούτε ήξερε να μη φοβάται τα συναισθήματα που η ψυχή γεννάει…και δεν ήξερε κι άλλα πολλά που στο διάβα του χρόνου έμαθε κοντά σε εκείνον τον άνθρωπο.

- «Γιατί δεν είχε έρθει απόψε;», διερωτήθηκε σε έναν εσωτερικό μονόλογο που είχε ανοίξει με τον εαυτό του.

Έξι χρόνια είχαν ζήσει μαζί, έξι χρόνια σπουδή στον έρωτα και στην αγάπη. Έξι χρόνια στιγμές ζωής, μιας ζωής που θα ήταν εντελώς διαφορετική αν οι τροχιές τους δεν είχαν σμίξει. Πώς να μην πιστέψεις ότι όλα σε τούτη τη ζήση είναι ένα φαινομενικά αταίριαστο παζλ τυχαίων γεγονότων που φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά; Από πού να αρχίσεις και που να τελειώσεις; Για τον τρόπο γνωριμίας τους ή για τα κοινά βιώματα τους; Κοινά βιώματα δυο ζωών που δεν υπήρξαν παράλληλες, όπως παράλληλες δεν ήταν κι οι ηλικίες τους. Κι, όμως, αυτή την τελευταία βραδιά δεν την είχαν μοιραστεί…Τι κι αν δεν ήταν ζευγάρι πια; Η σχέση τους είχε αποδείξει στο χρόνο πως οι άνθρωποι εκτός από εραστές μπορούν να παραμένουν φίλοι αγαπημένοι. Να είναι ο ένας κοντά στον άλλο, να χαίρονται με τη χαρά του άλλου και να είναι δίπλα ο ένας στον άλλο στα δύσκολα. Αυτός του τα είχε μάθει όπως και τόσα άλλα γύρω από τη ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις.

- «Μήπως τάχα δεν είχε μάθει για το φευγιό μου;», μονολόγησε καθώς βάδιζε, θέλοντας να δικαιολογήσει, στον ίδιο του τον εαυτό, την απουσία του.

Συνεχίζεται