Δυο μήνες τρέχω... όχι, κάτσε να σκεφτώ! Ένας μήνας, μισός και λίγο παραπάνω! Τρέχω λέει... τρέχω σε ρυθμούς που με εξοντώνουν, με συνθλίβουν... δια πυρός και σιδήρου περνώ. Μοναξιά σε μια πόλη πέντε εκατομμυρίων, δουλειά και συνήθειες που δεν είχα μέχρι πρότινος. Θάλασσα κι αρμύρα πουθενά... μάχομαι μόνος να βάλω σε τάξη την αταξία της νέας αρχής! Αρχή... δυο μήνες μετά δεν είναι αρχή, είναι συνέχεια πια!
Περνάνε, όλα περνάνε... έτσι δε λέει ο λαός μας; Δεν περνάνε όλα, απλά ο χρόνος κι οι φρενήρεις ρυθμοί φέρνουν τη λήθη. Τη βδομάδα που μας πέρασε, είχες την ονομαστική σου εορτή. Μια μέρα πριν σε ονειρεύτηκα... ζωντανός, χαμογελαστός να με προσφωνείς δυνατά. Σου απάντησα, αλλά δε με άκουγες. Έτρεξα στο όνειρό μου να σε πλησιάσω και εξαφανίστηκες. Ξύπνησα ταραγμένος, άναψα τη λάμπα. Η ώρα τρεις παρά. Ξημέρωσε παράξενη μέρα, ήμουν κακόκεφος... Οκτώ ώρες εργασίας και πίσω στο σπίτι βαδίζοντας, κόβοντας δρόμο μέσα από τα Εξάρχεια. Απρόσωπη που είναι αυτή η πόλη, όλοι ξένοι μέσα στην ξενιτιά τους...
Γύρισα σπίτι και στρώθηκα στη δουλειά, χίλια πράγματα και σκέψεις με καρτερούσαν εκεί. Το τηλέφωνο χτυπά αραιά πια. Η μάνα πάντα καταλαβαίνει, ακόμη και μακρυά σαν είναι, τις σκέψεις μου. Άλλοτε με ρωτά, άλλοτε καρτερεί να τις πω εγώ όσα με βασανίζουν... μανάδες, έχουν τον τρόπο τους πάντα!
Πέρασα κι εγώ να αφήσω ένα κερί στο μνήμα σου σήμερα, με καθυστέρηση λόγω της απόστασης που μας χωρίζει πια. Παράξενα πως, το όνειρο ζωντάνεψε μπρος μου. Ούτε που τόλμησα να βγάλω τα γυαλιά ηλίου. Τα μάτια μου βάρυναν επικίνδυνα... μπήκα στο αμάξι να φύγω κλαίγοντας. Πήρα τον παραλιακό δρόμο κι όχι την εθνική οδό για να χαζεύω τη θάλασσα. Βαθιά, γαλήνια με τα θαλασσοπράσινα νερά του Πατραϊκού.
Ο πατέρας στο κάθισμα του συνοδηγού σαστισμένος, έψαχνε λόγια να καλύψει το κενό και να απαλύνει το ξέσπασμα. Περνάει ο χρόνος, περνάει πολύ γρήγορα... πέντε μήνες γεμάτοι σε τρεις μέρες. Κι έπειτα ο δρόμος της επιστροφής μεγάλωσε. Τα γυαλιά αναπόφευκτα βγήκαν από το πρόσωπο, τα μάτια έγιναν κόκκινα και γυάλισαν από τα δάκρυα...
Κι αν έπεσαν κατάχαμα τα δάκρυα ας πότισαν τη διψασμένη γη... "Μάνα μου, μάνα ηλιόλουστη μέρα μου πότε θα σε βρω;"
Καλή δύναμη σε όλους
Μετά τιμής,
Σείριος Σειριόπολις
**Το Σειριάκι, έγινε Σείριος πρέπει να το πάρει απόφαση... η ατελείωτη "εκδρομή" έφτασε στο τέλος της. Πάμε για άλλα... (Σε διαρκή επανάληψη τις τελευταίες πέντε μέρες, τούτο ΕΔΩ). Επιστροφή στη βάση μου, το ταξίδι αστραπή ολοκληρώθηκε εφόσον ολοκληρώθηκε ο λόγος για τον οποίο πραγματοποιήθηκε.
>>Τρία χρόνια από την 09-11-2009. Τρία χρόνια ήδη... τα παθήματά μου ΕΔΩ
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Τα μεσημέρια που η καρδιά στεναχωριέται
που κάθε βήμα μου το βλέπει οριστικό
της λέω αγάπη μου η αγάπη δεν κρατιέται
μ' ένα τηλέφωνο κι εκείνο βιαστικό
που κάθε βήμα μου το βλέπει οριστικό
της λέω αγάπη μου η αγάπη δεν κρατιέται
μ' ένα τηλέφωνο κι εκείνο βιαστικό
...
Έχω κρεμάσει στο μπαλκόνι μου ένα αστέρι
του ονείρου μου τους μάγους να οδηγεί
κι αυτοί που μέσα μου με κλείδωσαν ποιος ξέρει
Μπορεί στο ψέμα τους μια βόλτα να 'χουν βγει
του ονείρου μου τους μάγους να οδηγεί
κι αυτοί που μέσα μου με κλείδωσαν ποιος ξέρει
Μπορεί στο ψέμα τους μια βόλτα να 'χουν βγει
Φιλώ κ χαιρετώ σας