Τα Όνειρα
Αν στα αλήθεια θες να μπερδευτείς κάτσε να σου πω τα όνειρα που βλέπω! Υπερπαραγωγές δράσης και φαντασίας…με κυνηγάνε, κυνηγάω κόσμο και τέλος ξυπνάω κουρασμένος από το κυνηγητό. Κείνο που με σώζει είναι ότι σπάνια θυμάμαι τι έχω δει, διότι όταν πέφτω να κοιμηθώ πέφτω ξερός από την κούραση. Είμαι κι άνθρωπος που έχω τον ύπνο στο τσεπάκι. Λίγο κουρασμένος να είμαι, αν τύχει να μπω σε κανένα αστικό λεωφορείο και με ταρακουνήσει (νανουρίσει), αν έχω έναν ώμο να γύρω θα τον ξεκλέψω…
Μάλλον τα όνειρα που θυμάμαι είναι όσα μου έχουν κάνει εντύπωση ή όσα με έχουν κάνει να ξυπνήσω λαχανιασμένος…
ΟΡΦΑΝΟ 3
Είμαστε μαζεμένοι στην αυλή ενός παλιού σπιτιού, κατακαλόκαιρο, καθήμενοι κάτω από μια μεγάλη μουριά σε ένα στρωμένο τραπέζι με λινό τραπεζομάντιλο. Ζωντανά και πεθαμένα οικεία άτομα. Επικρατεί ευχάριστο κλίμα, γελάμε και κάπου εκεί μες στον ύπνο μου, συνειδητοποιώ ότι έχω πιάσει κουβέντα με τον έναν πεθαμένο παππού μου. Μου λέει ότι δεν περνάει καλά εκεί απάνω, δεν έχει παρέα και ότι δεν έχει βρει κανέναν από τους δικούς του. Με προσκαλεί να πάω όποτε θέλω να μου δείξει τον κόσμο από ψηλά! Μένω σαστισμένος να τον κοιτάζω και ευθύς τον ρωτάω πως μπορώ να έρθω; Α, μη σε νοιάζει έχει φθηνό εισιτήριο, μου λέει! Γυρίζω το κεφάλι μου να πω τα καθέκαστα στη μάνα μου, όπου ήταν κι εκείνη στο ίδιο τραπέζι, και δεν βλέπω κανέναν! (κάπου εκεί ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα)
ΟΡΦΑΝΟ 4
Είναι σούρουπο, οδηγώ για το σπίτι στας εξοχάς. Στη μεγάλη κατηφόρα της εθνικής, στο παρκινγκ, σταθμεύω και χαζεύω το ηλιοβασίλεμα. Ο ήλιος χάνεται μέσα στη θάλασσα κι εγώ ρεμβάζω. Όταν ο ήλιος έχει δύσει για τα καλά, βάζει ξαφνικά έναν δυνατό αέρα. Έχει σκοτιδιάσει για τα καλά, ξεκινάω να μπω στο αυτοκίνητο κι εκεί βλέπω «εσένα» να καμαρώνεις που με είχες βρει. Σε ρωτάω, πως βρέθηκες εδώ με αυτοκίνητο ενώ δεν οδηγείς; Αρχίζεις να γελάς…ένα γέλιο δυνατό, εκκωφαντικό που με εκνευρίζει. Κάνω να φύγω μα δε μπορώ, με προλαβαίνεις. Κάθεσαι στο κάθισμα του συνοδηγού κι αρχίζω να οδηγώ προς την τελική πορεία. Φτάνουμε έξω από το σπίτι μας, ξεκλειδώνω και βλέπω το σπίτι μας να κατοικείται από άλλους. Άλλα έπιπλα, άλλα αντικείμενα…οι τωρινοί ένοικοι μου ζητούν το λόγο… προσπαθώ να τους εξηγήσω ότι αυτό είναι το σπίτι των γονιών μου αλλά τίποτα. Τους δείχνω σημάδια που μαρτυρούν ότι εγώ έμενα εκεί αλλά δε γίνονται πιστευτά…δε βρίσκω το δίκιο μου! Εν τω μεταξύ «εσύ» δεν έχει άλλη συμμετοχή στο όνειρο! Χάθηκες το ίδιο ξαφνικά, όσο ξαφνικά μπήκες στο όνειρο.
ΟΡΦΑΝΟ 5
Είμαι λέει πιτσιρίκος, μαθητής δημοτικού, και ζω με την οικογένειά μου σε μια πόλη (απροσδιόριστα άγνωστη). Χαίρομαι που κάνω ποδήλατο ελεύθερος, μέχρι τη στιγμή που με παίρνουν στο κυνήγι ένα τσούρμο γάτες. Άγριες, βρώμικες γάτες. Βρίσκω καταφύγιο σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων όπου το έχει ένας αρλεκίνος (!!!!!!!!!). Μου φωνάζει «Από δω έλα, εσύ με το ποδήλατο!». Μου ανοίγει μια πόρτα και μπαίνω στη σκηνή ενός τσίρκο. Προσπαθώ να κάνω όσα κι υπόλοιποι. Ένας θείος μου όπου είναι θεατής με αναγνωρίζει… κι όταν τελειώνει το νούμερο με φωνάζει. «ξέρουν οι δικοί σου ότι είσαι εδώ!?», «όχι θείε!», «τι δουλειά έχεις εσύ εδώ?», «με κυνηγούσαν κάτι γάτες…», «αυτά να τα πεις αλλού!»… (μέχρι εκεί θυμάμαι, τι αγωνία αυτό το όνειρο!)
Κι ύστερα όλοι μαζί πήγανε στην ακροθαλασσιά!
Άμα σας λέω, τα όνειρα μου είναι περίεργα…να με ακούτε! Βγάζετε καμιά άκρη…;
_______________________________________________________
Εθνική επέτειος σήμερα…Ακούστε το ακόλουθο, σπάνιο κομμάτι με τη φωνή της Βέμπο…διότι ο Έλληνας εύκολα ενθουσιάζεται αλλά πίσω από κάθε «θρίαμβο» υπάρχουν κι οι πάμπολλες δυσκολίες…αφήστε που το μεγαλύτερο θαύμα διαρκεί τρεις μέρες…(και στο «ένδοξο» έπος του Σαράντα το θαύμα δεν κράτησε ούτε τρεις μέρες…για να διαβάζουμε και κανένα βιβλίο ιστορίας…)

