Τελευταία Κυριακή του καλοκαιριοῦ ἦταν τούτη ἐδῶ. Κι ὅμως, ἦταν σάν νά μήν ἤθελε νά μᾶς ἀφήσει τό καλοκαίρι. Τό ξέρει πώς εἶναι στά τελευταῖα του τό καλοκαίρι, ὅτι ὅπου νά’ ναί ξεψυχάει! Κι ὅμως ἐπιμένει νά ζήσει μία ἑβδομάδα, λίγες μέρες ἀκόμη. Εἶναι γλυκιά ἡ ζωή! Μοναδική καί ἀναντικατάστατη! Δέν ξέρω ἄν εἶχε συνείδηση αὐτό τό καλοκαίρι ὅτι ὁ κύκλος τῆς ζωῆς τοῦ διαρκεῖ τρεῖς μῆνες. Πῶς αὐτό ἦταν ὅλο κι ὅλο. Γιά νά ἔρθουν ἄλλες ἐποχές, πιό ψυχρές, πιό ἀνήσυχες! Καί τοῦ χρόνου τόν Ἰούνιο ὅσοι ποῦμε πάλι “ἦρθε τό καλοκαίρι!” δέ θά’ ναί τό ἴδιο, ἀλλά κάποιο ἄλλο, πού μπορεῖ ἴσως νά τοῦ μοιάζει, ἴσως κι ὄχι: κανείς δέν ξέρει, δέν μπορεῖ νά φανταστεῖ τί θά ἔχει ὡς τότε συμβεῖ. Τί τοῦ ἐπιφυλάσσει ἡ ζωή. Κανείς μας δέν θά’ θέλε νά εἶναι στή θέση πού βρίσκεται τό καλοκαίρι. Νά τοῦ δίνουν μόνο τρεῖς μῆνες ζωή, ἐνῶ ἔχει τόση ζεστασιά, τόση χαρά νά σού προσφέρει. Ὁ χειμώνας εἶναι ἀλλιῶς, εἶναι ἀπό τή φύση τοῦ ψυχρός, παγωμένος. Δέν γνωρίζει, ποτέ δέ θά μάθει τί θά πεῖ ζεστασιά, ὅτι μπορεῖ νά εἶναι ὅλα πιό ἤρεμα, ἥσυχα καί χαλαρά, ἀνθρώπινα. Καί τό φθινόπωρο εἶναι σκέτη μελαγχολία. Μία ἐποχή προσαρμογῆς. Σέ τί; Μία προετοιμασία μόνο, γιά τή μάχη, τόν ἄγνωστο πόλεμο πού θά ἀκολουθήσει. Καί ἡ ἄνοιξη, μία ἀνησυχία εἶναι! Μίαν ἀναστάτωση, ὅτι κάτι θά συμβεῖ. Πῶς θέλουμε κάτι ἄλλο, ἀλλά δέν ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς τί ψάχνουμε νά βροῦμε καί θέλουμε νά λύσουμε τή σύμβαση αὐτή! (Ὁλόκληρο τό κείμενο ΕΔΩ)
Χτές ξενύχτησα ὑπερβολικά (ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει τήν τελευταία τούτη βδομάδα!). Κατεβήκαμε στή θάλασσα βράδυ καί μείναμε ἐκεῖ ἴσαμε τό χάραμα, ὅπως παλιά. Πόσον καιρό εἴχαμε νά τό κάνουμε αὐτό…στό εἶχα ζητήσει σά χάρη «Πᾶμε μία βόλτα, ὅπως παλιά…» καί δέ μοῦ τήν ἀρνήθηκες. Ξαπλώσαμε στήν ἀμμουδιά κι ἦταν σά νά ξεχάσαμε ὅτι τό κέντρο τῆς πόλης ἦταν ἐλάχιστα χιλιόμετρα κοντά μας. Κουβεντιάζαμε ἥσυχα, ἤρεμα κι ἁπλά. Χαζεύαμε τά ἀστέρια κι ἤμασταν ὅπως παλιά. Νομίζω ὅτι γιά μία στιγμή ὑπῆρξα τόσο ξέγνοιαστος ἐπειδή ἤμουν κοντά σου, πού ἐνίωθα πώς ἡ εὐτυχία μέ πλημμυρίζει. Φεύγεις τό ξέρω…ἦταν τό τελευταῖο βράδυ πού σέ ἔβλεπα… ἦταν οἱ τελευταῖες στιγμές μας. Χαζεύαμε πότε τά καράβια πού ἀδιάκοπα πᾶνε κι ἔρχονται στήν Ἰταλία, πότε τά ἀεικίνητα αὐτοκίνητα πάνω στή γέφυρα καί πότε τά ἀργοκίνητα φέρυ μπόουτ (σχεδόν βαριεστημένα) νά διασχίζουν τό στενό. Σέ μία στιγμή μου εἶπες «Θές νά κάνουμε μίαν ἐκδρομή ὅπως παλιά; Πᾶμε αὔριο στή Ναύπακτο; Θά εἶναι ἡ δική μας ἐκδρομή!». Δέν ἀπάντησα ἀμέσως…λίγο ἀργότερά σου εἶπα «πᾶμε, ἀλλά ὅπως παλιά…μέ τό καραβάκι. Ἐγώ κι ἐσύ στή δική μας ἐκδρομή». Κι ἄρχισες νά μοῦ τραγουδᾶς τήν "ἐκδρομή" τῆς Ἀρλέτας.
Κυριακή σήμερα κι οἱ Κυριακές ἀπό παιδί μέ γεμίζουν μέ μίαν ἀδιόρατη μελαγχολία. Ἐγώ κι ἐσύ στήν ἐκδρομή μας, ἐγώ στίς μελαγχολίες μου κι ἐσύ στίς δικές σου. Κι ὅμως τι μέ ἐπίασέ μου λές; Σά νά μήν ἤθελα νά δεῖς τι πραγματικά ἐνίωθα σκέπαζα τή θλίψη μου μέ τήν ἀκατάπαυστη φλυαρία μου. Γελοῦσα, σέ πείραζα… καί ξεχάστηκες! Μόνο πού στήν ἐπιστροφή δέν ἄντεξα. Ἔτσι ὅπως ἤμασταν στό κατάστρωμα καθισμένοι σιωπηλοί ὁ ἕνας δίπλα ἀπό τόν ἄλλο σηκώθηκα ἀπότομα. Πῆγα στή πλώρη κι ὅπως μέ χτυποῦσε ὁ δυνατός ἀέρας κι ὁ ἥλιος ἔδυε, ἄφησα τά δάκρυά μου νά τρέξουν. Ὄχι κλάματα, ἕνα βουβό παράπονο… κι ἦρθες σιωπηλά καί στάθηκες πλάι μου. «Ἐγώ κι ἐσύ μαζί στή δική μας ἐκδρομή, ὅπως παλιά μή τό ξεχνᾶς Σειριάκο».
Δέ σέ ξανακοίταξα σέ ὅλη τή διαδρομή. Κοίταζα πότε τή γέφυρα καί πότε τό Παναχαϊκό. Κατεβήκαμε σχεδόν βουβοί, ἐπιβιβαστήκαμε στό αὐτοκίνητο τό ἴδιο σιωπηλοί… ἐμένα μέ ἔπνιγε τό παράπονο. Δέν ἤθελα νά ξεσπάσω μπροστά σου. Κι ἐκεῖ, στή σιωπή μας πού τίποτε δέ τήν ἔσπαζε ἀνοίγεις τό ραδιόφωνο χαμηλόφωνα. Ἡ βραχνή φωνή τῆς Καρέζη στό «Μήν τόν ρωτᾶς τόν Οὐρανό». Δέν μίλησα καθόλου, δέν εἶχα τή δύναμη νά ἀρθρώσω καμιά λέξη. Ἐνίωθα τά μάτια μου νά βουρκώνουν κι ἔκανα ἀπέλπιδες προσπάθειες νά κρατηθῶ. Σταματήσαμε στό φανάρι καί γύρισα νά σέ κοιτάξω…
Αὐτό ἦταν! Λές κι εἴχαμε δώσει σύνθημα. Πρῶτα ἐσύ κι ὕστερα ἐγώ (ἀκαριαία). Τά πρόσωπα μᾶς γέμισαν δάκρυα. Συνεχίσαμε ἴσαμε τά σπίτια μας τό ἴδιο σιωπηλοί…χαιρετηθήκαμε κι ἡ ἐκδρομή μᾶς ἔλαβε τέλος. «Νά χαμογελᾶς καί νά μή στεναχωριέσαι» μου φώναξες καθώς τό φανάρι, λίγα μέτρα ἀπό τό σπίτι σου, μέ εἶχε ἀκινητοποιήσει. Ἔριξα μία κλεφτῆ ματιά ἀπό τόν καθρέπτη, ἔμπαινες στήν πολυκατοικία σου..
____________________________________________________________________
"Η εκδρομή" ποίηση: Γιώργος Χρονάς, μουσική και ερμηνεία: Μάνος Χατζιδάκις.
Από τον ΚΟΙΝΟ ΒΙΟ (έργο 33, 1977). Βρίσκεται στο άλμπουμ "Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ. Χ."
| Και τι μ' αυτό δεν είναι λόγος ν' αναβληθεί η εκδρομή. Τι κι αν υπάρχει μονάχα ένας οπαδός Εμείς απ' άλλους τόπους, χωρίς δουλειά μπορούμε ν' αποκλείσουμε Αυτούς που σ' άλλους συλλόγους ξενυχτάνε. |
| Και τι νομίζετε εμείς δεν βλέπουμε τα γυμναστήρια ρημαγμένα; τα καφενεία με παράγοντες πολιτικούς; και τα χωράφια μας με ξένους. |
| Καλώ τους οπαδούς ν' ακολουθήσουν. Δεν μας φοβίζουν τα κύματα. Οι εθνικόφρονες είναι χαζοί. Τα πούλμαν ας μείνουνε ακίνητα. |
| Την όχθη θα την περάσουμε πεζοί... |
