Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Μίαν ἐκδρομή ὅπως παλιά! (ποστ μαμούθ)

Τελευταία Κυριακή του καλοκαιριοῦ ἦταν τούτη ἐδῶ. Κι ὅμως, ἦταν σάν νά μήν ἤθελε νά μᾶς ἀφήσει τό καλοκαίρι. Τό ξέρει πώς εἶναι στά τελευταῖα του τό καλοκαίρι, ὅτι ὅπου νά’ ναί ξεψυχάει! Κι ὅμως ἐπιμένει νά ζήσει μία ἑβδομάδα, λίγες μέρες ἀκόμη. Εἶναι γλυκιά ἡ ζωή! Μοναδική καί ἀναντικατάστατη! Δέν ξέρω ἄν εἶχε συνείδηση αὐτό τό καλοκαίρι ὅτι ὁ κύκλος τῆς ζωῆς τοῦ διαρκεῖ τρεῖς μῆνες. Πῶς αὐτό ἦταν ὅλο κι ὅλο. Γιά νά ἔρθουν ἄλλες ἐποχές, πιό ψυχρές, πιό ἀνήσυχες! Καί τοῦ χρόνου τόν Ἰούνιο ὅσοι ποῦμε πάλι “ἦρθε τό καλοκαίρι!” δέ θά’ ναί τό ἴδιο, ἀλλά κάποιο ἄλλο, πού μπορεῖ ἴσως νά τοῦ μοιάζει, ἴσως κι ὄχι: κανείς δέν ξέρει, δέν μπορεῖ νά φανταστεῖ τί θά ἔχει ὡς τότε συμβεῖ. Τί τοῦ ἐπιφυλάσσει ἡ ζωή. Κανείς μας δέν θά’ θέλε νά εἶναι στή θέση πού βρίσκεται τό καλοκαίρι. Νά τοῦ δίνουν μόνο τρεῖς μῆνες ζωή, ἐνῶ ἔχει τόση ζεστασιά, τόση χαρά νά σού προσφέρει. Ὁ χειμώνας εἶναι ἀλλιῶς, εἶναι ἀπό τή φύση τοῦ ψυχρός, παγωμένος. Δέν γνωρίζει, ποτέ δέ θά μάθει τί θά πεῖ ζεστασιά, ὅτι μπορεῖ νά εἶναι ὅλα πιό ἤρεμα, ἥσυχα καί χαλαρά, ἀνθρώπινα. Καί τό φθινόπωρο εἶναι σκέτη μελαγχολία. Μία ἐποχή προσαρμογῆς. Σέ τί; Μία προετοιμασία μόνο, γιά τή μάχη, τόν ἄγνωστο πόλεμο πού θά ἀκολουθήσει. Καί ἡ ἄνοιξη, μία ἀνησυχία εἶναι! Μίαν ἀναστάτωση, ὅτι κάτι θά συμβεῖ. Πῶς θέλουμε κάτι ἄλλο, ἀλλά δέν ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς τί ψάχνουμε νά βροῦμε καί θέλουμε νά λύσουμε τή σύμβαση αὐτή! (Ὁλόκληρο τό κείμενο ΕΔΩ)


Χτές ξενύχτησα περβολικά (πως λλωστε συμβαίνει τήν τελευταία τούτη βδομάδα!). Κατεβήκαμε στή θάλασσα βράδυ καί μείναμε κε σαμε τό χάραμα, πως παλιά. Πόσον καιρό εχαμε νά τό κάνουμε ατό…στό εχα ζητήσει σά χάρη «Πμε μία βόλτα, πως παλιά…» καί δέ μο τήν ρνήθηκες. Ξαπλώσαμε στήν μμουδιά κι ταν σά νά ξεχάσαμε τι τό κέντρο τς πόλης ταν λάχιστα χιλιόμετρα κοντά μας. Κουβεντιάζαμε συχα, ρεμα κι πλά. Χαζεύαμε τά στέρια κι μασταν πως παλιά. Νομίζω τι γιά μία στιγμή πρξα τόσο ξέγνοιαστος πειδή μουν κοντά σου, πού νίωθα πώς ετυχία μέ πλημμυρίζει. Φεύγεις τό ξέρω…ταν τό τελευταο βράδυ πού σέ βλεπα… ταν ο τελευταες στιγμές μας. Χαζεύαμε πότε τά καράβια πού διάκοπα πνε κι ρχονται στήν ταλία, πότε τά εικίνητα ατοκίνητα πάνω στή γέφυρα καί πότε τά ργοκίνητα φέρυ μπόουτ (σχεδόν βαριεστημένα) νά διασχίζουν τό στενό. Σέ μία στιγμή μου επες «Θές νά κάνουμε μίαν κδρομή πως παλιά; Πμε αριο στή Ναύπακτο; Θά εναι δική μας κδρομή!». Δέν πάντησα μέσως…λίγο ργότερά σου επα «πμε, λλά πως παλιά…μέ τό καραβάκι. γώ κι σύ στή δική μας κδρομή». Κι ρχισες νά μο τραγουδς τήν "κδρομή" τς ρλέτας.

Κυριακή σήμερα κι ο Κυριακές πό παιδί μέ γεμίζουν μέ μίαν διόρατη μελαγχολία. γώ κι σύ στήν κδρομή μας, γώ στίς μελαγχολίες μου κι σύ στίς δικές σου. Κι μως τι μέ πίασέ μου λές; Σά νά μήν θελα νά δες τι πραγματικά νίωθα σκέπαζα τή θλίψη μου μέ τήν κατάπαυστη φλυαρία μου. Γελοσα, σέ πείραζα… καί ξεχάστηκες! Μόνο πού στήν πιστροφή δέν ντεξα. τσι πως μασταν στό κατάστρωμα καθισμένοι σιωπηλοί νας δίπλα πό τόν λλο σηκώθηκα πότομα. Πγα στή πλώρη κι πως μέ χτυποσε δυνατός έρας κι λιος δυε, φησα τά δάκρυά μου νά τρέξουν. χι κλάματα, να βουβό παράπονο… κι ρθες σιωπηλά καί στάθηκες πλάι μου. «γώ κι σύ μαζί στή δική μας κδρομή, πως παλιά μή τό ξεχνς Σειριάκο».

Δέ σέ ξανακοίταξα σέ λη τή διαδρομή. Κοίταζα πότε τή γέφυρα καί πότε τό Παναχαϊκό. Κατεβήκαμε σχεδόν βουβοί, πιβιβαστήκαμε στό ατοκίνητο τό διο σιωπηλοί… μένα μέ πνιγε τό παράπονο. Δέν θελα νά ξεσπάσω μπροστά σου. Κι κε, στή σιωπή μας πού τίποτε δέ τήν σπαζε νοίγεις τό ραδιόφωνο χαμηλόφωνα. βραχνή φωνή τς Καρέζη στό «Μήν τόν ρωτς τόν Ορανό». Δέν μίλησα καθόλου, δέν εχα τή δύναμη νά ρθρώσω καμιά λέξη. νίωθα τά μάτια μου νά βουρκώνουν κι κανα πέλπιδες προσπάθειες νά κρατηθ. Σταματήσαμε στό φανάρι καί γύρισα νά σέ κοιτάξω…

Ατό ταν! Λές κι εχαμε δώσει σύνθημα. Πρτα σύ κι στερα γώ (καριαία). Τά πρόσωπα μς γέμισαν δάκρυα. Συνεχίσαμε σαμε τά σπίτια μας τό διο σιωπηλοί…χαιρετηθήκαμε κι κδρομή μς λαβε τέλος. «Νά χαμογελς καί νά μή στεναχωριέσαι» μου φώναξες καθώς τό φανάρι, λίγα μέτρα πό τό σπίτι σου, μέ εχε κινητοποιήσει. ριξα μία κλεφτ ματιά πό τόν καθρέπτη, μπαινες στήν πολυκατοικία σου..






____________________________________________________________________
"Η εκδρομή" ποίηση: Γιώργος Χρονάς, μουσική και ερμηνεία: Μάνος Χατζιδάκις.
Από τον ΚΟΙΝΟ ΒΙΟ (έργο 33, 1977). Βρίσκεται στο άλμπουμ "Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ. Χ."
Και τι μ' αυτό
δεν είναι λόγος ν' αναβληθεί η εκδρομή.
Τι κι αν υπάρχει μονάχα ένας οπαδός
Εμείς απ' άλλους τόπους, χωρίς δουλειά
μπορούμε ν' αποκλείσουμε
Αυτούς
που σ' άλλους συλλόγους ξενυχτάνε
.
Και τι νομίζετε
εμείς δεν βλέπουμε τα γυμναστήρια ρημαγμένα;
τα καφενεία με παράγοντες πολιτικούς;
και τα χωράφια μας με ξένους.


Καλώ τους οπαδούς ν' ακολουθήσουν.
Δεν μας φοβίζουν τα κύματα.
Οι εθνικόφρονες είναι χαζοί.
Τα πούλμαν ας μείνουνε ακίνητα.

Την όχθη θα την περάσουμε
πεζοί...




Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Ραδιο-φ(ο)νικά…


Τόν περασμένο ούνιο νας φίλος καί ραδιοφωνικός παραγωγός μου εχε προτείνει τή συμμετοχή μου σέ κάποιο ραδιοφωνικό φιέρωμα γιά τό Μ. Χατζιδάκι. γώ εχα λη τήν καλή διάθεση νά τόν βοηθήσω, μά σέ καμιά περίπτωση δέν θελα νά βγ «στόν έρα τν ρτζιανν». Σέ μία πό τίς συναντήσεις μας, μεσημέρι λίγο πρίν Μάης τελειώσει, εχαμε βρεθε γιά νά το παραδώσω μία λίστα μέ τραγούδια μέ φορμή τό πικείμενο φιέρωμα. γώ νένδοτος ς πρός τή συμμετοχή μου, κενος νά πιμένει…

κενο, λοιπόν, τό πομεσήμερο μέ τή λίστα στό χέρι καθόμουν καί το σχολίαζα τά κομμάτια κι σα γεννοσε τό κουσμα καθενός. Κάποια στιγμή ντιλήφθηκα τι κουβέντα μς χογραφονταν. Κάναμε καί μία δοκιμαστική χογράφηση τσι γιά νά μείνει σάν νθύμιο πό κείνη τή συνεύρεσή μας, λλά μέ ρητή ντολή νά μηβγε ποτέ στόν «έρα». Καί πράγματι γινε σεβαστή πιθυμία μου Τελικά, δέν κατόρθωσα νά παρευρεθ στήν κπομπή διότι δέ μο δωσαν ξοδο πό τή στρατιωτική μονάδα. Δέ μέ πείραξε… τσι κι λλις δέν θελα νά βγ στό ραδιόφωνο. θελα στά λήθεια, νά βοηθήσω τό φίλο μου καί τό εχα πετύχει. Το εχα μιλήσει γιά τό Χατζιδάκι πως γώ τόν εχα βιώσει.

Τήν κανε τήν κπομπή, τήν κουσα πό τό ραδιόφωνο κι γώ πως ρκετοί λλοι. Πέρασε καιρός, εχα σχεδόν ξεχάσει λα τοτα σαμε προχτές πού συναντηθήκαμε ξανά. Μο εχε φέρει να «μοντάζ» πό κείνη τήν χογράφηση. Εχε πομονώσει κάποιες πό τίς σκέψεις μου καί τίς εχε «καθαρογράψει» δίπλα στά τραγούδια πού τίς συνόδευαν.

Δέν εναι κάτι σπουδαο λλά μου ρεσε γιατί εναι αθόρμητο, ληθινό.

Φιλ καί χαιρετ σας
Καλή κρόαση!
    

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

5 & 1 ἑλληνικά κομμάτια πού ἔκαναν «καριέρα» στό ἐξωτερικό


Ὑπῆρξε μίαν ἐποχή ὅπου τό ἑλληνικό τραγούδι ταξίδευε ἔξω ἀπό τά σύνορά της χώρας μας κι οἱ μελωδίες ντύνονταν μέ στίχους ἄλλων γλωσσῶν. (τό ἀκριβῶς ἀντίθετο συμβαίνει στίς μέρες μας). Σήμερα, λοιπόν, ἀποφάσισα νά μοιραστῶ μαζί σας ἐκεῖνα τά τραγούδια πού ἔκαναν μία «δεύτερη» πορεία στήν ἀλλοδαπή καί τά ξεχωρίζω ἀπό πολλά  κυρίως γιατί μου ἀρέσουν κι ἐπειδή κάποια ἱστορία μου κρύβεται πίσω ἀπό αὐτά.

1. Τό ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ εἶναι ἴσως ἕνα ἀπό τά γνωστά  τραγούδια τοῦ Νέου Κύματος. Τό ἀγάπησα σάν τό ἄκουσα τυχαία στά δεκαέξι μου, μέ τή φωνή τοῦ Γ. Ζωγράφου. Ἐκ τότε τό ἄκουσα πολλές φορές μέχρι πού στά εἰκοστά μου γενέθλια, ἕνας ἱσπανόφωνος φίλος μου χάρισε ἕναν δίσκο τοῦ ALFREDO μέ τήν Ἱσπανική ἐκδοχή τοῦ κομματιοῦ, τήν ὁποία ἀγνοοῦσα. Νομίζω ὅτι τό λάτρεψα σέ αὐτή τοῦ τήν ἐκδοχή τοῦτο τό κομμάτι.

(κλίκ πάνω στόν τίτλο τοῦ κομματιοῦ γιά νά τό ἀκούσετε)
 
2. Ο ΚΑΗΜΟΣ εἶναι ἕνα ἀπό τά πιό γνωστά τραγούδια τοῦ Μ. Θεοδωράκη. Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ὅταν κλείνεις τά μάτια σου καί κατακλύζεσαι ἀπό τό αἴσθημα τοῦ νόστου, ἡ φωνή τοῦ Μπιθικώτση σέ αὐτό τό κομμάτι εἶναι ἡ μόνη παρηγοριά. Ἐκεῖνος ὁ στίχος «δέν ξέρεις τί εἶναι παγωνιά, βράδυ χωρίς φεγγάρι» πολλές φορές ἐρχόταν στά χείλη μου τίς νύχτες τοῦ χειμώνα στίς ἀτελείωτες ὧρες σκοπιᾶς. Περί τά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 60, ὁ Θεοδωράκης ἦταν ἀπαγορευμένος ἀπό τό στρατιωτικό καθεστώς. Τήν ἐποχή ἐκείνη εἶναι πού ἡ IVA ZANICCHI τραγουδᾶ τό ἴδιο τραγούδι στήν ἰταλική γλώσσα.


3. Τό ΜΗ ΛΕΣ ΤΙΠΟΤΑ μέ τή φωνή τῆς Ζ. Κουρούκλη εἶναι ἕνα ἀπό ἐκεῖνα τά τραγούδια πού τό ἄκουσα πρῶτα στά Ἱσπανικά, δηλαδή στή δεύτερη ἐκτέλεσή του ἀπό τήν ἴδια. Δέν ξέρω πώς καί γιατί τό ἀγάπησα, ἔμεινε μέσα μου καί μόλις πρίν ἕναν χρόνο ἀσχολήθηκα ξανά μαζί του. Λοιπόν, τό συγκεκριμένο τραγούδι ἦταν ἡ συμμετοχή μας ἐν ἔτει 1966 στό φεστιβάλ τραγουδιοῦ τῆς Βαρκελώνης. Νομίζω ὅτι βραβευτήκαμε μέ αὐτή τήν συμμετοχή κι αὐτός ἦταν ὁ λόγος πού τό κομμάτι ἠχογραφήθηκε καί στά Ἱσπανικά. Νομίζω ὅτι τό παρόν τραγούδι ἀξίζει λίγο περισσότερο τήν προσοχή. Ἔχω βρεῖ τήν τηλεοπτική μετάδοση ἐκείνης τῆς βραδιᾶς.

ΜΗ ΛΕΣ ΤΙΠΟΤΑ (ἐδῶ ἡ συμμετοχή τῆς Ἑλλάδας ἀπό τήν ἐν ἔτει 1966 τηλεοπτική μετάδοση) 

NON DIGAS NADA (ἡ μεταγραφή τοῦ κομματιοῦ στήν Ἱσπανική)

4. Παλιότερα εἶχα ἀκούσει τή Ρένα Βλαχοπούλου στό τραγούδι τοῦ Σπάρτακου ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΩ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ κι ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι αὐτή ἡ σπουδαία τραγουδίστρια (καί μετέπειτα ἠθοποιός) τό ἔχει ἑρμηνεύσει μέ τό δικό της μοναδικό τρόπο, ἔχοντας τό κλειδώσει καί κάνει παντοτινά δικό της. Κάθε πού τό ἀκούω, στό μυαλό ἐκείνη φέρνω κι ἴσως μερικές στιγμές πραγματικῆς εὐτυχίας μέ ἕνα πρόσωπο ἰδιαίτερα ἀγαπημένο μου. Ο JAN AUGUST ἠχογράφησε τό κομμάτι μέ μίαν ἀνάλαφρη (καί μέ μίαν μελαγχολικά ὑποβόσκουσα) διάθεση. Ἐλπίζω νά εἶχε τήν τύχη νά ἀκούσει τή Βλαχοπούλου σέ αὐτό τό τραγούδι.


5. Τό ΜΑΓΓΑΝΟΠΗΓΑΔΟ σέ στίχους τοῦ Πυθαγόρα τραγούδησε ἡ Α. Κανελλίδου τό 1976 καί σέ μένα θά ἦταν παντελῶς ἄγνωστο ἄν δέν εἶχε συμβεῖ ἡ ἱστορία πού θά σᾶς πῶ. Λοιπόν, ὅταν μέ πιάνουν κάτι «τρέλες περίεργες» ἔχω μία σειρά κομματιῶν πού τά ἀκούω δυνατά (πρός ταλαιπωρία ὅσων μέ ὑποφέρουν!), συνήθως τήν ἄνοιξη ἔχω κάτι τέτοιες ἐξάρσεις. Μία ἀπό ἐκεῖνες τίς φορές, λοιπόν, ἔτυχε νά εἶναι σπίτι ἡ Π. κι ἐγώ νά ἀκούω διαπασών τό DEMAIN ON VERA Α, τό τραγούδι τῆς ANGELA πού γνώριζα ὅτι ἦταν τοῦ Γ. Σπανοῦ. Μέ πληροφόρησε γιά τήν ὕπαρξη ἑλληνικῆς διασκευῆς.    



&

6. Τό ΓΕΛΑΣΤΟ ΠΑΙΔΙ εἶναι ἀπό ἐκεῖνα τά τραγούδια πού θυμᾶμαι πιό ἔντονα ἀπό τά σχολικά μου χρόνια, τίς σχολικές ἑορτές τοῦ γυμνασίου. Ποτέ δέ μοῦ ἄρεσε μέ τήν ἐπική φωνή τῆς Φαραντούρη. Πάντοτε γιά μένα τό τραγούδι αὐτό θέλει χορωδία ἀπό ἐφηβικές δροσερές φωνές. Εἶναι ἀπό ἐκεῖνα τά τραγούδια τοῦ Θεοδωράκη πού ἔχει γνωρίσει ἑκατοντάδες ἐπανεκτελέσεις. Ξεχωρίζω ἐκείνη τῆς IVA ZANICCHI τοῦ 1970. Ἴσως ἄν ποτέ ὡρίμασαν ἐκεῖνες οἱ φωνές τῶν ἐφηβικῶν χρόνων νά παρέδωσαν τό τραγούδι στά χείλη τῆς Zanicchi.



Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Σημεῖο ἀναφορᾶς

- Μάλιστα κ. Σείριε! Ἐπιστρέψατε στή θέση σᾶς ἔπειτα ἀπό ἐννιά μῆνες φαντάζομαι πιό ὥριμος ἀπό πρίν κι ἔχοντας ἀποκομίσει ἐμπειρίες ἀπό ἕνα κεφάλαιο τῆς ζωῆς σας πού δέν θά ἐπαναλάβετε.
- Ἐμπειρίες πολλές δέν ξέρω ἄν ἀποκόμισα κύριε διευθυντά. Θαρρῶ πώς ἔγινα λίγο πιό καλός ἄνθρωπος, ἀλλά κι αὐτό εἶναι σχετικό.
- Καλύτερος ἤ χειρότερος εἶναι κάτι ἐντελῶς προσωπικό σου παιδί μου. Ἐμεῖς σέ θέλουμε παραγωγικό, πά ρά γῶ γί κό ! Δέν εἴχαμε παράπονο μέ τήν μέχρι τώρα ἀπόδοσή σου, ἀλλά οἱ καιροί ἄλλαξαν. Μή μᾶς ἀπογοητεύσεις…
- Μάλιστα κ. διευθυντά, μήνυμα ἐλήφθη!

Αὐτός ἦταν ἕνας τυπικός διάλογος μέ τόν διευθυντή μου, ὁ ὁποῖος μέ τό καλωσόρισμα τῆς ἐπανόδου μου φρόντισε νά μέ κατατοπίσει γιά τή νέα τάξη πραγμάτων. Κι ἐπειδή (φίλε ἀναγνώστη) πιθανό εἶναι νά ἔχεις χάσει μερικά ἐπεισόδια τῆς ζωῆς μου, σού λέγω ὅτι ἀπολύθηκα πρό μερικῶν ἡμερῶν καί μή ἔχοντας κάτι ἄλλο νά μέ περιμένει ἐπέστρεψα στή δουλειά ὅπου ἀναπάντεχα εἶχα βρεῖ πέρυσι τέτοιον καιρό. 

Ἡ κατάσταση ἐκεῖ μέσα ὅλο κι ἀγριεύει. Ἄν πρίν ἦταν πιεστικά τά πράγματα τώρα τό κακό ἔχει παραγίνει. Ἄσε πού ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ἔχουν πολλαπλασιαστεῖ τά «καρφιά» - συνάδελφοι. Ξέρεις ἐκείνη ἡ κατηγορία συναδέλφων πού ἄλλα λένε μπροστά σου κι ἄν μόλις στρίψεις. Εἶναι ἕνας τύπος ἐκεῖ μέσα πού ἀσχολεῖται μέ τά πάντα ἐκτός ἀπό τή δουλειά του, τήν ὁποία ἐντέχνως φορτώνει στούς νεότερους συναδέλφους. Κι ἀπό τήν μία ὑπάρχουν αὐτοί οἱ ἀντιπαθητικά ἐκνευριστικοί συνάδελφοι κι ἀπ’ τήν ἄλλη συνάδελφοι σάν τή Ράνια οἱ ὁποῖοι σου φτιάχνουν τό κέφι ὅταν ἔχεις τή διάθεση νά τούς ὑπομείνεις. Τί θυμάστε τή Ράνια μέ τό «ἀπ’ αὐτό κι ἀπό κεῖνο» της;

Ἔτσι κυλάει ἡ ματαστρατιωτική μου καθημερινότητα. Ἁπλά, ἥσυχα καί συνετά. Ἔχετε ἀκούσει τήν «ὄμορφη μέρα» τοῦ Σαββόπουλου; Τίς πάπιες ταΐσαμε, σινεμά καί σπιτάκι μετά… κάπως ἔτσι! Καμιά φορᾶ ὅταν θέλω νά σέ φέρω κοντά μου, ἀνοίγω τό μπουκάλι τῆς κολόνιας σου. Ψεκάζω μία μόνο φορᾶ κι ἔτσι αἰσθάνομαι παροῦσα τή μορφή σου. Δέν ὠφελεῖ τό ξέρω…θά τελειώσει τό μπουκάλι καί ὕστερα τί θά γίνει…; Τίποτα!

Ἔσβησα τό πάθος πού δέν ἔζησα
μές στό δάκρυ αὐτό τῆς ἐνοχῆς
Ἐνίωσα τό τέλος μά δέν ἔδυσα
μέ τούς ἥλιους κάποιας ἐποχῆς
Σέ ζητῶ, σέ θέλω. σέ ποθῶ
σάν ἀνάσα μου καί σάν λυγμό

Σέ ζητῶ, σέ θέλω, θά σέ βρῶ
μέ τόν τρόπο μου τόν ἀκριβό
Ἔσβησα τό πάθος πού δέν ἔζησα
μές στό δάκρυ μου τῆς ἐνοχῆς
Σύννεφα θά ρίξω πάλι σήμερα
μές στίς φλογερές τίς ἀγκαλιές
(Στίχοι Ἀγαθή Δημητρούκα)

Περπατάω στό δρόμο καί χαζεύω τά ζευγαράκια πού πιασμένα χέρι – χέρι διαβαίνουν. Ἔχουν μίαν ὀμορφιά αὐτά τά ζευγάρια, κυρίως γιατί στά πρόσωπά τους διακρίνεις τήν ἀφέλεια καί τήν ἀμάθεια στά τοῦ ἔρωτα. Δέν ὑποψιάζονται…δέν ὑποψιάζονται πολλά ἀπό ἐκεῖνα πού στά εἰκοσιπέντε μου ἔχω τό περιθώριο νά διακρίνω. Ὅπως κι ἐγώ δέν τά ὑποψιαζόμουν στήν ἡλικία τους ἤ μέ τή σειρά μου δέν ὑποψιάζομαι κάποια ἄλλα τά ὁποία δέ μοῦ ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ ἀκόμα. 

Εὐλόγα, λοιπόν, διερωτᾶσαι πῶς ἄν ὁ ἔρωτας εἶναι τυραννία, τότε ποιά ἡ πραγματική του ἀξία κι ἡ εὐχαρίστηση; Ἄν τό ἀποτέλεσμα τοῦ εἶναι ἡ ἀπόρριψη, γιατί τόν ἐπιδιώκει ὁ ἄνθρωπος; Ἐκτός κι ἄν βέβαια ὑπάρχει τό ἐνδεχόμενο τῆς θετικῆς κατάληξης, ἀλλά κι αὐτό νά συμβεῖ, πόση θά εἶναι ἡ διάρκειά του καί ποιός ἀντέχει στήν αἴσθηση τοῦ τέλους καί τοῦ ἀποχωρισμοῦ;

Αὐτό, τελικά, εἶναι ἔρωτας; Μία κατάσταση ποῦ τυραννία;
____________________________________________________________________________

Διαβάζουμε (καί γελᾶμε) τά κωμικοτραγικά της δουλειᾶς μου ἐδῶ!

Ἀκοῦμε τούς στίχους τῆς Ἄγ. Δημητρούκας μελοποιημένους ἐδῶ.


Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

*^*


Γαλάζια πεῦκα τρέχουν στό μυαλό μου

σέ τούτη τήν ἀξέχαστη ἐκδρομή,

τά σύνεργα σκουριάσαν στό γυλιό μου,

βαρέθηκα νά εἶμαι στή γραμμή.

Στή γραμμή σάν στρατιῶτες πού πηγαίνουν

στόν ἄλλο κόσμο, πού γυρνοῦν καί δέν πεθαίνουν.



Γυναῖκες μαῦρες κι εἶναι τρομαγμένες,

τσιγκέλι ὁ κόσμος δίχως οὐρανό.

Στραγγίζει τό κορμί μου στούς μπαξέδες,

μέ γδέρνουν σάν μοσχάρι καί πονῶ.

Δέν εἴμ' ἐδῶ γι' αὐτούς πού μέ ζητᾶνε

εἶναι κλειστό τό μαγαζί καί δέν πουλᾶμε.



Ἀράζουν οἱ χωριάτες στά βαγόνια

καί τρῶνε τό κασέρι μέ ψωμί,

στά μάτια τούς τά τρομαγμένα χρόνια,

χάρτινα χρόνια, χάρτινη ζωή.

Δέν εἶμαι 'γω αὐτός πού κυνηγᾶτε

λάθος ἡ πόρτα καί ὁ ἀριθμός μή μέ ρωτᾶτε.



Πικρός ἀέρας μέσα στή ζωή μου

παραμονεύει ὁ θάνατος κρυφά

μή μοῦ χαλᾶς αὐτή τήν ἐκδρομή μου

μή μέ γυρίζεις πίσω στά στενά.

Αὐτά πού θέλω νά σού πῶ δέν τά θυμᾶσαι

κλείνεις τά μάτια, μά τό ξέρω δέν κοιμᾶσαι.




Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Θανάσης Γκαϊφύλιας
Πρώτη εκτέλεση: Θανάσης Γκαϊφύλιας & Μαρίζα Κωχ

Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

"Ο άλλος κόσμος"



Τη μέρα που σε κοίταξα γεννήθηκε μέσα μου ένα άλλο συναίσθημα...
Τη μέρα που σε πλησίασα γεννήθηκε ο άλλος κόσμος...
Τη μέρα που σου μίλησα φωτίστηκε ο άλλος κόσμος...
Τη μέρα που σε φίλησα απ' τα παράθυρα έσκυβαν γελώντας υποσχέσεις κι όνειρα...
Κι όταν γύρισα μια στιγμή το κεφάλι σε έχασα...
Μονάχος έμεινα μαζί με τον άλλο κόσμο, τον ξένο...

Σείριος
9-08-10


Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

"τῆς καρδιᾶς"


Ὅταν ἡ νύχτα τῆς καρδιᾶς μου κατεβεῖ στά χέρια σου
ὅταν τά χέρια σου ἀνασύρουν ἀπό τῆς μνήμης τούς βυθούς
τίς πιό λαμπερές εἰκόνες

Ἐγώ θά' μαι μία δέσμη ἀστέρια φλογερά
Ἐγώ μέ μία φωνή ἀπό θλίψη πού γαλήνεψε
θά σού χαρίσω ὅλους τους σπόρους τ' οὐρανοῦ
τούς ἴσκιους τῶν πραγμάτων
κι ἐσύ μονάχος κί  αἰνιγματικός θά ξέρεις
ποιός ἄνεμος κοιμήθηκε σέ δροσερά σεντόνια.


Σείριος
Άνοιξη  του...

(δεν έχει σημασία ποιαν άνοιξη γράφτηκε, το θυμήθηκα πρόσφατα όταν ανταλλάσσοντας μουσικές με έναν φίλο εκλεκτό, σκόνταψα πάνω σε μια σειρά ηχογραφήσεων που είχαν γίνει σε περασμένες εποχές.)




Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Venceremos (πολυpost όπως πολυbag)

νταπόκριση πό τόν στερισμό το Σείριου.

Τώρα πώς καί γιατί χω κολλήσει μέ ατό τό τραγούδι το Ν. σιμου νας θεός ξέρει... τρώω πετριές κατά καιρούς μέ τή μουσική λλά εναι κάμποσες μέρες πού δέ λένε νά βγον πό τό λογισμό μου ο στίχοι κι μελωδία του.




γ.  θελα νά γράψω κι λλα...δλδ τά εχα κάνει καί προσχέδιο σέ να πό τά πολλά χαρτιά μου λλά βά ριέ μαί! ζέστη νά φταίει...;  Σιγά τήν νταπόκριση πού κανα τελικά...μα σς λέω πώς μέ χει πιάσει τεμπελιά μου...

Τρώω καραμέλες (παστίλιες) μανιωδς! Δέν κατάλαβες ποιές καραμέλες ννο? Εναι κενες ο πολύχρωμες μαλακές καραμέλες πο τρνε ο παπποδες, κενες πο χουν ζάχαρη κολλημένη γύρω γύρω…συνήθως τίς πουλνε σέ πάγκους ο πλανόδιοι μικροπωλητές. ν δέν κατάλαβες κόμη, τι νά σού κάνω…

Ντροπή πο τό λέω ? χω κι γώ τίς γλυκές δυναμίες μου… καί νά πες τι εμαι γλυκατζής…δέν εμαι…




ΚΑΛΟ 
ΥΠΟΛΟΙΠΟ 
ΘΕΡΟΥΣ