Απρίλης! Έχει περάσει ο μισός ήδη, κι εγώ μήτε
που γράφω πια εδώ. Έλλειψη ανάγκης, πνίξιμο από μιαν αλλιώτικη καθημερινότητα ή
έλλειψη πραγματικού χρόνου; Σαν να άλλαξε κάτι μέσα σου, είπε μια φίλη σε κατ’
ιδίαν συζήτησή μας. Ίσως να έχει δίκιο, η καθημερινότητά μου άλλαξε, οι αλυσίδες
που με κρατούσαν πίσω σα να έσπασαν και το μέλλον προβάλει προκλητικά μπροστά
μου. Όχι δεν είναι πως έχω φύγει τρέχοντας μπροστά, αλλά νιώθω ξέγνοιαστος πως
ορίζω μιαν καθημερινότητα δική μου με χίλιες δυο δυσκολίες αλλά και με άλλες τόσες
ομορφιές.
Δεν ξέρω πως περνά τόσο γρήγορα ο χρόνος, φρενήρης
ο ρυθμός του και κάθε τικ – τακ του
ρολογιού σηματοδοτεί την πάροδο δυο χρονικών στιγμών που δε θα υπάρξουν ξανά. Τώρα τελευταία ανακαλύπτω πόσο πολύ μου αρέσει
η γειτονιά στην οποία έχω νοικιάσει σπίτι. Έχει ανοίξει ο καιρός είναι ωραία… όμως
ωραίο είναι και το «δύσκολο» κέντρο της πόλης. Κόσμος φερτός σεργιανίζει και τη
γεμίζει με τα χρώματα και τα αρώματά του. Εκεί γύρω στου Ψυρρή, στην Αθηνάς,
στη Βικτώρια, στην Κυψέλη με τα «ρεμάλια της στη Φωκίωνος», στα Εξάρχεια όλα
είναι ποικιλόμορφα… και για να είμαι ειλικρινής χαίρομαι πολύ τους κατοίκους των
περιοχών αυτών που κάνουν την αντίστασή τους και δεν εγκαταλείπουν τα σπίτια τους.
Μόνο έτσι κερδίζονται οι αγώνες, εκ των έσω κι όχι από την άνεση των βορείων
γειτονιών…
Ζυγώνει η Λαμπρή κι έχει τη χάρη και την
τιμητική της. Διάσπαρτες εκκλησιές στο κέντρο της πόλης που θα έλεγες πως
ξεπηδούν από τις διηγήσεις του Παπαδιαμάντη. Εκκλησάκια μικρά δίπλα σε ψηλά
κτήρια, δίπλα από ρυπαρές πολυκατοικίες και «ύποπτα» σπίτια με πόρνες, δίπλα σε
καταστήματα μπαχαρικών, δερμάτινων ειδών, εργαλείων. Όλα τους από άλλη εποχή,
με γλάστρες όμορφες και κάποιον που τις φροντίζει κι άλλες από αυτές με
προαύλια που έχουν δέντρα που μοσχοβολούν. Γεμάτη αντιφάσεις αυτή η πόλη… αλλά
σίγουρα αυτό είναι που την κάτι μοναδική και αξιαγάπητη.
Τα πρωινά καθώς πίνω τον καφέ μου, χαζεύω από
το παραθύρι την κίνηση στην αντικρινή λεωφόρο μέσα από τα ολάνθιστα γεράνια μου
και δεν κάνω καμιά απολύτως σκέψη. Είναι το πεντάλεπτο του εαυτό μου, όπως το
έχω ονομάσει. Έπειτα ξεχύνομαι στο ρου της καθημερινότητάς η οποία έχει μπει σε
μια νόρμα αρεστή εκ μέρους μου. Ζω μόνος σημαίνει πως για όλα πρέπει να
φροντίζω μονάχος αλλά για την ώρα δε με πειράζει. Με κουράζει αλλά δε με
ενοχλεί.
Παραπονιούνται οι φίλοι πως λείπω αισθητά
από τις γραφές. Δεν έχω μιαν πειστική απάντηση για αυτή την αποχή. Γράφω όπως πάντα
τις σκέψεις μου στα σημειωματάρια αλλά εδώ δε γράφω. Ίσως να φταίει ότι ποτέ δε
με φτάνει η ώρα κι όταν έχω λίγο χρόνο νιώθω το κορμί μου να βαραίνει από την
κούραση. Έκλεισα τα εικοσιοκτώ τις προάλλες και σκεφτόμουν πως το λογοπαίγνιο
που έλεγα «λίγο μετά τα εικοσιπέντε, λίγο
πριν τα τριάντα» θα πρέπει να γίνει «μετά τα εικοσιπέντε, λίγο πιο κοντά στα
τριάντα». Νομίζω ότι όσοι γεννηθήκαμε ίσαμε τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα
είμαστε τυχεροί (και άτυχοι για όσα δεινά βιώνουμε ένεκα της οικονομικής
κρίσης, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα). Προλάβαμε και ζήσαμε μιαν εποχή
ραγδαίων εξελίξεων στην καθημερινότητά μας που όμοιά της δε θα υπάρξει. Με έβαλε
σε σκέψεις μια διαφήμιση της SONY, που δείχνει την
τεχνολογική εξέλιξη των τριών τελευταίων δεκαετιών. Σε ποιον εικοσάρι, να
μιλήσεις για walkman, κασέτες, για την Αλέξια ή
τη Μαντώ και να σε καταλάβει;
Με έχει πιάσει που λέτε μια στροφή παράξενη
σε εκείνη την εποχή. Ακούω τελευταία ξανά και ξανά Βόσσου, Μαντώ και Αλέξια! Τι
υπέροχες φωνές κι οι τρεις τους… υπηρέτησαν το είδος τους αλλά δεν έμειναν εκεί
προχώρησαν. Στοιχηματίζω
ότι έχεις ακόμη εκείνο το
κόκκινο πουκάμισο που λέρωσες κάποτε με τις νερομπογιές σου τις οποίες
κρατάς καλά φυλαγμένες μαζί με το walkman
και τα ακουστικά τύπου στέκα. Ξέρεις άλλωστε πως μόνο εκείνα μπορούν να σε πάνε
πίσω… ύστερα θα έρθουν οι υπόλοιπες μνήμες, αλυσιδωτά.
Ύστερα από τόσο καιρό, χωρίς καμιά σειρά
αυτό το κείμενο, με τη γνωστή μου φλυαρία. Σα να καθόμασταν αντίκρυ σε ένα
τραπέζι ενός καφέ και να λέγαμε τα νέα μας. Καλήν παρέα να ξανακάνουμε και να
αρχίσουμε να λέμε τα μικρά και μεγάλα μας.
Φιλώ και Χαιρετώ σας
Σείριος
*** Άσωτε, Βολτίτσα, Μαριμάρ ευχαριστώ σας από βάθος
καρδίας. ***
> 1η φωτογραφία: ήλιος λαμπρός, άνοιξη στην
πόλη, ένα σαββατιάτικο πρωινό
> 2η φωτογραφία: η πόλη από ψηλά, το αιώνιο σύμβολο,
η πλατεία Μοναστηρίου με τα ανάμεικτα πλακάκια της όπως οι ανάμεικτες εθνότητες
της αυτής της πόλης.
> Λες και κάποια τραγούδια γράφτηκαν μόνο για μας, μόνο και μόνο για να περιγράψουν όλα εκείνα που νιώθουμε μα δε βρίσκουμε τα λόγια. Λευκό μου γιασεμί...
Είναι φορές που
χωρίς αφορμή, μέσα μου τρέμει μια ξένη φωνή,
που μου θυμίζει
στιγμές από παλιές μου ζωές
και ένας αέρας
ζεστός γιασεμιά φορτωμένος
φυσάει
βουρκωμένος.
Λευκό μου
γιασεμί, μη νυχτώσεις!