Είναι η τρίτη φορά που επιχειρώ τούτη την επιστολή. Έχω προλάβει να αλλάξω ήδη δυο λευκές σελίδες. Σου γράφω κι αισθάνομαι ήρεμη, φιλική (πια) κι απόλυτα αρμονική ταραχή. Την έχω συνηθίσει, γιατί νιώθω ότι με συνοδεύει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. […]
Νιώθω φιλοξενούμενος σε αυτόν τον κόσμο, ήρθα, όχι για να μείνω για πάντα, αλλά για να εκπληρώσω ένα γραμμάτιο, να μάθω και να φύγω. Μήπως κάπως έτσι δεν είναι κι η ίδια η ζωή; Και σε τούτη την πορεία αιωρούμαι διαρκώς, όπως τώρα που νιώθω ότι τα πόδια μου κρέμονται στο κενό, ενώ το κεφάλι μου έχει μαξιλάρι τον ουρανό. Εγώ ο ρεαλιστής κι ο ορμώμενος από τη λογική έχω αρχίσει να αφήνομαι. Πότε σέρνομαι και πότε πετάω κι αυτή τη ροπή τείνουν να έχουν οι επιθυμίες μου. Δεν ξέρω από πού έρχονται και προς τα πού πάνε και τούτο δεν μπορώ να το ελέγξω, μήτε θέλω κιόλας. Οι επιθυμίες μου δεν συναντώνται μεταξύ τους.
Δε σε ρωτάω τι κάνεις, πως είσαι και πως τα περνάς… έχουμε τόσον καιρό να μιλήσουμε. Τις γιορτές κατεβαίνεις στην Πάτρα, δεν κάναμε όμως καμιά προσπάθεια να βρεθούμε. Να υποθέσω πως αυτό είναι τυχαίο, ψέματα θα πω μιλώντας για λογαριασμό μου. Και να με ρωτήσεις γιατί το κάνω αυτό, γιατί δε σε ψάχνω, δε θα σου δώσω απάντηση, γιατί δεν είναι καθόλου απλή. Αισθάνομαι ότι το ίδιο συμβαίνει και με σένα. Πόσο καλά γνωριζόμαστε εμείς οι δυο; Όλα εκείνα που ειπώθηκαν μεταξύ μας, όταν εγώ ήμουν είκοσι κι εσύ είκοσι οκτώ, ήταν αρκετά για να καταλάβει ο ένας τον άλλο; Σίγουρα εσύ καταλάβαινες πολλά περισσότερα από όσα μου φανερώθηκαν πολύ αργότερα[…] Η παρουσία σου ήταν σπουδή για μένα.
Με έμαθες κάθε μέρα να προσπαθώ να χωρέσω μέσα στην απεραντοσύνη, να είμαι κάτι μέσα σ’ αυτήν, μπορεί και τίποτα – κι αυτό όμως κάτι είναι – μια θέση που σημαίνει ότι υπάρχει αποδοχή. Σημαίνει ότι εξακολουθώ να έχω παρουσία. Κι έτσι μπορώ να διεκδικήσω κάτι καλύτερο για μένα ή το σύνολο. Έτσι συμπεριφέρομαι και στις επιθυμίες μου, προσπαθώ να ταιριάξω τις αντίθετες άκρες τους, αλλά διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους. Παλεύει η μια κατά της άλλης, πολεμούν ερήμην μου κι έπειτα μου παίρνει μέρες να βρω ποια ζει και ποια πέθανε.
[…]
[…]
Είχα μάθει πως στη ζωή αυτό που ενδιαφέρει τους άλλους είναι αυτό που προβάλλουμε προς τα έξω, με βάση αυτό μας κρίνουν και μας αποδέχονται ή μας απορρίπτουν. Γι’ αυτό όταν ήμουν πιτσιρικάς, διαισθητικά πορευόμουν με ασπίδα την ομορφιά μου κι όχι το μυαλό μου. Κι ας άργησα να το παραδεχτώ. Κι όλα πήγαιναν μια χαρά μέχρι που στο δρόμο μου βρέθηκες (για καλό) εσύ, όταν κόντευα τα είκοσι. Κατάλαβες το παιχνίδι που έπαιζα. Το όμορφο, χαζό, καλοβαλμένο πιτσιρίκι έπαιζα θέλοντας να κρύψω τις αδυναμίες και τις ευαισθησίες μου. Σαν τάχα να ήμουν άλλος από εκείνον που στα αλήθεια είμαι… και σταμάτησες το παιχνίδι μου απότομα.
[…]
Πιστεύω πως οι άνθρωποι που κάτι τους συνδέει μεταξύ τους και είναι σημαντικό, ό,τι κι αν γίνει, δε μπορεί, κάποτε θα συναντηθούν. Οφείλαμε αυτή τη συνάντηση στον εαυτό μας κι όπως αποδείχτηκε, η πρωτοβουλία που πήρες ήταν κοινή πρωτοβουλία, απλώς σ’ εσένα αντιστοιχούσε ο ρόλος να κάνεις το πρώτο βήμα.
Σ’ εκείνη την περίοδο σου μίλησα για όλα όσα είχα στο μυαλό μου, για την οικογένειά μου, για τις ανασφάλειες και τις φοβίες που είχα. Σου μιλούσα σα να μιλούσα στον καθρέπτη μου, έβλεπα το είδωλό μου σε σένα και μετά αυτό μου το επέστρεφε, αλλά περισσότερο φιλικό, γαληνεμένο, περισσότερο δικό μου. Κι έτσι τα πράγματα, με τα μάτια και το μυαλό εκείνης της περιόδου, άρχισα να τα βλέπω πιο καθαρά. Βούταγα στον εαυτό μου μέσα από τη δική σου θάλασσα. Δεν μου την είχες δανείσει, μου την είχες παραχωρήσει απλόχερα κι εγώ την απολάμβανα. Απόλαυσα χιλιάδες βουτιές κι ερχόμουν πάντα στην επιφάνειά της χαρούμενος, χαμογελαστός…
Κάποια στιγμή δεν έχει αξία να σου πω πότε, άρχισαν μέσα μου αυτές οι διαδικασίες, έψαξα να βρω πως γινόταν αυτό, μέσα από μια παράξενη διαδρομή. Ήταν η αγάπη σου για μένα. Δυνατή, απέραντη. Γέμιζε τα μάτια σου, όταν με κοιτούσες, το άγγιγμα των χεριών σου πάνω μου ήταν φωτιά κι εγώ δεν καιγόμουν, αλλά διαρκώς ξαναγεννιόμουν κι ανέβαινα. Δε μου μίλησες γι’ αυτήν, αλλά εγώ την είσπραττα. Διότι το πιο έμπρακτο σημάδι της αγάπη που εισέπραξα ήταν ότι θέλησες να με κάνεις καλύτερο άνθρωπο, άνθρωπο σε αρμονία με το είναι του κι εντέλει ευτυχή με τα μικρά της ζωής. Άλλος ίσως να είχε εκμεταλλευτεί προς όφελός του τον εύπλαστο πηλό της παρουσίας μου. Γι’ αυτό εξακολουθώ να πιστεύω ότι ήσουν ένας άγγελος θεόσταλτος που θέλησες να μου διδάξεις την αγάπη.
[…]
[…]
Μπορεί να ήμουν μικρός, συναισθηματικά ανώριμος, όμως είχα την ανάγκη να ισορροπήσω και να εναλλάξω το πάθος με την κανονικότητα, την ένταση με τη δόση εκείνη που δίνει συνέχεια στην ύπαρξη. Το πάθος δεν έχει συνέχεια, οδηγεί απευθείας στο χάος. Αυτός ήταν εν τέλει κι ο λόγος για τον οποίο έφυγα από κοντά σου. Ίσως ακόμη μια φοβία μου…
Ξέρω πως δε θα με συγχωρέσεις ποτέ κι εγώ δε θα με συγχωρούσα. Όμως σε έχω τόσο κοντά μου κάθε μέρα. Είσαι το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο σχολείο που πέρασα. Σου έγραψα αυτές τις είκοσι τρεις σελίδες για να βρω γαλήνη, για να συνεχίσω πάλι το δρόμο μου…
Καλή τύχη
Σείριος