Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Θλίψη!

Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ' ίσιοι σ' όλες των τές πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ' ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.



Κλαίω μαζί σου κ συμπάσχω φαντάρε μου... Υπήρξα κι εγώ στη θέση σου πριν ένα χρόνο... τούτη η χώρα πονάει απόψε! Λαέ μη σωπαίνεις! Φώναξε να ακουστείς στα πέρατα της οικουμένης...τώρα όχι αύριο!!!!



Έτσι απλά....




Μου φτιάχνει τη διάθεση! έτσι απλά...
Είναι καλοκαίρι! έτσι απλά...
Ας ξεχάσουμε τα μαύρα των ημερών, για λίγο! έτσι απλά...
Σκάσε ένα χαμόγελο στο διπλανό σου! έτσι απλά...
Δώσε ένα φιλί σε κάποιον που αγαπάς! έτσι απλά...

Η ζωή είναι θέμα οπτικής! έτσι απλά...

φιλώ κ χαιρετώ σας! έτσι απλά...

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Έφαγε η θάλασσα το βράχο


Λίγη αρμύρα στο καπέλο, πολύ στο κορμί... λίγα κοχύλια από τα χιλιάδες που είχε η αμμουδιά...

Άφησα την καρδιά μου χάμω σαν το κοχύλι μες την άμμο...

Ύστερα πέρασαν οι φίλοι κανείς δε βρήκε το κοχύλι...

Χρόνους και χρόνους κολυμπάω που να ν' αγάπη για να πάω...
Ο. Ελύτης

"Σταμάτα να κλέβεις το θησαυρό της φύσης!" είπες κι άρχισα να μουρμουρίζω το κοχύλι...

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

"Στ' ουρανού την απλωσιά"


Ο Νάρκισσος


Αν σηκώσεις τα μάτια ψηλά, μια καθαρή νύχτα του Αλωνάρη ή του Γενναρίου, και κοιτάξεις με βλέμμα θηλυκό, θα βρεις να σέρνεται στη μαύρη απανωσιά του θόλου ολόκληρη η επιφάνεια της γης και της πολιτείας μας με την πάλη και με την ποικιλία της. Ένα ένα θα ξεχωρίσεις όλα τα είδη της έντρομης πανίδας. Τα αγρίμια, τα θηρία, τα ζουλάπια, τα ερπετά, τα σαρκοβόρα, τα τέρατα. Θα ιδείς το Σκορπιό και τη Σαύρα, την Ύδρα, τον Καρκίνο, το Κήτος, τη Μικρή και τη Μεγάλη Αρκούδα. Θα ιδείς το Αρκουδάκι τους, τον Αρκτούρο. Το Δράκοντα, την ουρά και το κεφάλι του Όφι. Την Cauda και το Caput, που τα κρατά στα χέρια του ο Οφιούχος. Όλα ετούτα τα σκορπιστά τερατοειδή είναι απειλές και δηλητήρια, είναι ο φόβος και ο κίνδυνος που σου παγώνουν το αίμα.

Φαντάζεσαι να τά 'βλεπες ξαφνικά στον κήπο σου το πρωί, ή στην κάμαρη που κοιμάσαι; Όμως έχουν και το άλλο τους νόημα. Όταν τα εννοήσεις ζωντανά μέσα στην κοινωνία που ζούμε. Πολύ περισσότερο μέσα στην ίδια τη ζωή μας, που άλλοι μας την έφτιαξαν τέτοια. Είναι το φαρμάκι της ιδεαλιστικής παγίδας. Είναι η κακούργα βδελυγμία του ιερατείου. Είναι ο δόλος και η απάτη, η πλάνη, η σκόπιμη παραποίηση της φυσικής αλήθειας, η δεισιδαιμονία, το ξεγέλασμα. Είναι η κακουργίδα τάξη και διαταγή, που καθιέρωσαν στη ζωή μας το αρχοντολόγι και το πρωτάτο. Οι βασιλιάδες, oι κυβερνήτες, οι στρατηγοί και οι κουλήδες τους. Όλη η ασπόνδυλη φάρα των καλλιτεχνών, των διανοούμενων, και των καλαμαράδων. Εκείνοι οι βρυκολάκοι με τα μεγάλα λόγια. Με τα μετάλλια του τύφου στο στήθος, τους μεγαλόσταυρους. Και με τα μεταλλεία του ψεύδους στα άντρα και στα γραφεία τους.

Ξανακοιτάς τον ουρανό αλλιώς. Τώρα βλέπεις άλλα. Οι λευκές παγωμένες κορυφές των ορέων. Με την υγεία, την παγωνιά, και την καθαρότη τους. Γενναίοι και στιβαροί άντρες χτυπάνε και τσακίζουνε όλα τα πανουργήματα, και όλα τα βροντοσαύρα. Είναι οι μοναχικοί, οι καθαροί, οι πικροί οδοιπόροι. Τα ανοιχτά μυαλά, οι περήφανοι, οι αγέλαστοι, και οι αδάκρυτοι. Πολεμιστές, κυνηγοί, ήρωες, ευεργέτες, θεραπευτές, τοξευτήδες, αρματηλάτες, τροβαδούροι, ξεβασκαντές και λυράρηδες. Ο ζωγράφος και ο γλύπτης. O Pictor και o Sculptor. Πενήντα έξι, και διακόσια εβδομήντα έτη φωτός αντίστοιχα μακρυά από τη Γη μας. Βλέπεις εδώ τον πελώριο Ηρακλή με το ρόπαλο. Τον αστραφτερό Ωρίωνα με το αδαμαντοκόλλητο σπαθί. Βλέπεις τον ακεστήρα Ασκληπιό, τον αλάθευτο Τοξότη, τον Ηνίοχο με το πυρωμένο αξόνι. Βλέπεις το βουκόλο Βοώτη με το ακοίμητο μάτι. Φυλάγει τα εφτά βόδια της εβδομάδας. Τις εφτά μέρες μας, να μην τις σπαταλήσουμε όπως οι σύντροφοι του Οδυσσέα τα βόδια του Ήλιου. Βλέπεις τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, τους κουροτρόφους του Ταΰγετου και του Ευρώτα. Όλοι φέρνουν μαζί τους τα όπλα, τα σύνεργα, τα κυνηγάρικα σκυλιά. Ο Μέγας Κύων, ο Μικρός Κύων, οι Κύνες Θηρευτές.

Ξανακοιτάς τον ουρανό καταπαλαισμένο από τα θηρία, που τα κρέμασαν στα δέντρα οι πύκτες και οι δρομείς, οι αθλητές και οι ερωτόκριτοι. Μέσα του προβάλλει τώρα ο κόσμος της φυσικής αλήθειας, η ειρήνη, η εμορφιά, η μουσική του. Σε καλεί να τον περπατήσεις και να τον ευφρανθείς. Πετάς με τα ακάμαντα φτερά του Αετού στα όρη. Ορμάς με την κυματιστή χαίτη του Λέοντα στους κάμπους. Οργώνεις τη γη με τον άγριο Ταύρο, «τόν οΰρειον και άκμήτα» Αλδεδαράν. Για να σου δώσει με τον καιρό να θερίσεις τον Στάχυ της Παρθένου. Άστρο γαλάζιο και μοναχικό στο μαύρο μυχό του ουρανού. Διακόσια εβδομήντα πέντε έτη φωτός μακρυά από τη Γη μας.

Τωρα σου χαρίζεται η ντελικάτη αίσθηση που σου χρωστιέται. Με τα φτερά του Κύκνου λάμνεις στο τοπίο του φυσικού και της μοίρας σου. Με τους χορευτικούς σάλτους του Δέλφινα παίζεις στους ήχους, και στα χρώματα, και στις μυρωδιές των ημερών σου. Και τραγουδάς τραγούδια με τη Λύρα. Το Βέγα, που τη λένε αλλιώς. Καβάλα στον Πήγασο, στο λευκό και μελανόμματο άλογο του μακρυνού και του ονείρου, λευτερώνεις, καθώς ο Περσέας, τη βραχωμένη Ανδρομέδα. Σκύβεις επάνω της αθώο μωρό, και θηλάζεις το μακρυνό γαλαξία της τρυφεράδας της.

Τέτοια στέκεται η χρυσή οδηγία του ελληνικού ουρανού. Καθώς την τελούμε και την εκτελούμε, κατέχουμε ότι δεν ζήσαμε χαράμι. Γιατί δεν ανταλλάξαμε τον πολύτιμο πλούτο της εφήμερης ζωής με τη στέρφα πλάνη της αθανασίας. Ταξιδεύουμε στη Γη, όπως οι Δίδυμοι στον ουρανό. Με τη μέρα μας θνητή, που η αψευδής γνώση για τη μοίρα μας τηνε κάνει σχεδόν αθάνατη.

Δημήτρης Λιαντίνης
Απόσπασμα από το έργο «Γκέμμα»


Απόψε χάζευα τον ουρανό, τα αστέρια και τους σχηματισμούς τους στον ουράνιο θόλο, μελετώντας πότε το πλανήσφαιρό μου και πότε φτιάχνοντας τους δικούς μου αυτοσχέδιους αστρικούς συνδυασμούς. Ίσως η μόνη συνήθεια που εξακολουθεί να υπάρχει στην ζωή μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Πάντοτε ασκούσε επιρροή πάνω μου ο έναστρος ουρανός. Μου άρεσε (κι εξακολουθεί) να ξαπλώνω κατάχαμα κ να κοιτάζω με τις ώρες τα σώματα του ουρανού. Πολύ σύντομα, από τη στιγμή που γέρνεις το βλέμμα σου ψηλά, έχεις την αίσθηση ότι μπορείς να κατακτήσεις το «όλον» την ώρα που δε σου ανήκει τίποτα. Κι εκεί σκέφτεσαι πως από τούτο τον κόσμο είμαστε περαστικοί και κάπου εκεί έρχεται στο νου μου ο δάσκαλος Λιαντίνης και το υπέροχο κείμενό του από τη Γκέμμα.

Όμορφη Κυριακή σε όλους!!!

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Λέξεις - Σκέψεις - Ζωή


*Ακολουθεί ανάρτηση μαμούθ!
Το πέλαγο είναι παιδί,
τρέχει και δεν το φτάνω
παιδί και στην αγάπη του,
που σαν παιδί το χάνω.

 

Έτυχε να μιλάω με έναν φίλο μου πρόσφατα για τις αγωνίες του έρωτα και για τα παράξενα συναισθήματα που αυτός σε γεμίζει. Άκουγα τις ανησυχίες του κι ένιωθα ότι ξαναζώ την πρωτόγνωρη εκείνη αίσθηση του άγνωστου, του αδοκίμαστου… θυμήθηκα σχεδόν ακαριαία τούτο το κείμενο μου, το οποίο είναι γραμμένο το 2004. Δε το φτιασίδωσα, το καθαρόγραψα μόνο. Καμιά φορά χαίρομαι και λέγω ότι για έναν έρωτα αξίζει να καείς… αξίζει να τολμήσεις να πατήσεις ή να ξεπεράσεις τα όρια σου… θα μείνει κάτι σπουδαίο που θα σε κάνει σοφότερο…  

Καθώς περπατούσαμε δίπλα δίπλα, σκεφτόμουν όλα όσα είχαν συμβεί μεταξύ μας τους τελευταίους μήνες. Ήμουν βέβαιος ότι είχα κάνει τα λιγότερα. Εκείνος, σε αντίθεση, είχε πάρει όλες τις αποφασιστικές πρωτοβουλίες. Με περίμενε εκείνο το βράδυ γυρίζοντας από το μάθημα, με είχε καλέσει σπίτι του, μου είχε μιλήσει για τη ζωή του καθώς σεργιανίζαμε στο μώλο.

Φτάσαμε στην πλατεία και καθίσαμε σε ένα παγκάκι. Η εικόνα γύρω ήταν γνώριμη, το καλοκαίρι είχε πιάσει για τα καλά και τα σπίτια ολόγυρα είχαν τα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες ορθάνοιχτες. Βασίλευε μιαν απίστευτη ησυχία, ακόμη κι όσοι κάθονταν στα μπαλκόνια τους μιλούσαν σιγά, σα να μην ήθελαν να ταράξουν ή να χαλάσουν μια παράσταση που λάμβανε χώρα. Κάποια πιτσιρίκια λίγο πιο πέρα έπαιζαν, αλλά ήταν σα να μη τα ακούω. Αισθανόμουν ότι ήμασταν μόνο οι δυο μας σε εκείνο το παγκάκι. Σ’ αυτή την πλατεία, εκείνη τη στιγμή, αισθανόμουν σα να είμαι στην άκρη της γης. Σα να είχαν εξαφανιστεί όλα μου τα προβλήματα κι οι έγνοιες. Ήμασταν μαζί κι ένιωθα αρμονία, πως η ζωή μου “κολλά” στη δική σου, πως μπορούμε να συμπορευτούμε… Υπήρχε, όμως, μέσα μου αγωνία και φόβος και μιαν απίστευτη αδημονία. Φοβόμουν μήπως χάσω αυτό που είχαμε, το αδιευκρίνιστο μεν, αλλά σπουδαίο για μένα. Για μένα ήσουν τα πάντα, τίποτε άλλο δεν υπήρχε στη ζωή μου εκτός από αυτή τη σχέση μας… μια σχέση που δεν μπορούσα να την ορίσω με λέξεις.

Φοβόμουν να ανοιχτώ κι άλλο, δεν ήξερα τι σκεπτόσουν… αν έβλεπες τα πράγματα από τη δική μου σκοπιά. Αν με γελούσε η αίσθησή μου; Αν ήταν όλα στο μυαλό μου καμωμένα; Αυτό που εγώ εισέπραττα για φλερτ κι ερωτικό παιχνίδι ήταν όντως ή ήταν παιχνίδι τακτικής; Ένιωσα παγιδευμένος στις ίδιες μου τις σκέψεις. Άρχισα να μιλάω, σχεδόν φλύαρα, για να ξεφύγω από τους λογισμούς μου, για να κρύψω την ανησυχία, την αναστάτωσή μου. Με άκουγες προσεκτικά σα να σου έλεγα σπουδαία πράγματα. Οι ώμοι μας ακουμπούσαν, καθόμασταν ασυνήθιστα κοντά. Στην εξέλιξη της κουβέντας μας έσμιγαν κι άλλα μέλη του σώματος μας, τα πόδια από τα γόνατα και πάνω, και βέβαια τα βλέμματα μας.

Μιλούσαμε για τα καλοκαιρινά μας σχέδια. Μου έλεγες ότι θα φύγεις για το εξοχικό σας, θα γύριζες το Σεπτέμβρη. Δεν ήμουν προετοιμασμένος να ακούσω κάτι τέτοιο. Φοβήθηκα ότι θα σε έχανα οριστικά, ότι θα με ξεχνούσες. Με έπιασε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Ήταν δυνατό να σκέφτεσαι τις καλοκαιρινές σου διακοπές και να αδιαφορεί για μένα; Ζήλεψα τόσο πολύ εκείνη τη στιγμή. Με είχε κυριεύσει ο εγωισμός! Δεν κρατήθηκα, αισθανόμενος ότι σε χάνω, άπλωσα το χέρι μου στην πλάτη σου κ σου έσφιξα τον ώμο. “Δηλαδή θα κάνω καιρό να σε δω… ξέρεις ότι θα μου λείψει η συντροφιά κι η παρουσία σου;” με διέκοψες λέγοντάς μου “Εγώ πάντα θα περιμένω από σένα”. Με ξάφνιασες, δεν περίμενα μιαν τέτοια κουβέντα σου. Προσποιήθηκα ότι δεν κατάλαβα. Για ακόμη μια φορά με κυρίευαν οι ανασφάλειες μου και τα πιο πάνω ερωτήματα…

Έπεσε σιωπή. Άρχισα να σκέφτομαι το υπόλοιπο καλοκαίρι μου χωρίς εσένα. Σκοτείνιασε ξαφνικά μέσα μου. Συνειδητοποίησα πόσο πολύ χώρο από τις σκέψεις μου καταλάμβανε η παρουσία σου. Κάποια στιγμή αποφασίσαμε να φύγουμε, είχε περάσει η ώρα. Στο δρόμο της  επιστροφής, βαδίζαμε σιωπηλοί. Σα μαλωμένοι, με σχετική απόσταση ο ένας από τον άλλο. Είχα πεισμώσει με τον εαυτό μου, με τη δειλία, την αποκοτιά μου. Έπνιγα διαρκώς τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου για σένα.

Κοντεύαμε να φτάσουμε στην πολυκατοικία σου, όταν μου πρότεινες να ανέβω στο δώμα που έμενες. “Από την ταράτσα βλέπεις όλη την πόλη ίσαμε το κάστρο. Είναι ωραία τέτοια ώρα… θέλεις να ανέβεις;

Αισθάνθηκα και πάλι το γνώριμο αίσθημα, ότι παραδίνομαι στα χέρια σου, ότι όλες οι πρωτοβουλίες ήταν δικές σου και ξαφνικά ένιωσα να ισορροπώ μέσα μου και να εξαφανίζεται η ζήλεια κι ο θυμός που είχα νιώσει. Σε ακολούθησα κι ανεβήκαμε από τις σκάλες. Στην πολυκατοικία επικρατούσε σιωπή, ήταν περασμένη η ώρα. Φτάσαμε στο μικρό δώμα που έμενες, βγήκαμε στην ταράτσα και κάτσαμε στα κάγκελα. Η πόλη απλωνόταν μπροστά μας μέχρι το λιμάνι, σπίτια, δρόμοι, φώτα και στο βάθος το δασύλλιο και το κάστρο. Δε μιλούσαμε κι η σιωπή μου έφερνε αμηχανία…

Τρέχαν οι σκέψεις μου κι οι επιθυμίες μου, αλλά τις κρατούσαν πίσω οι φοβίες μου. Σα μικρό παιδί σε παρακάλεσα να μείνεις λίγο ακόμη στην Πάτρα. Μια βδομάδα ακόμη… μου ανταπάντησες πως δεν είναι δυνατό. Με σκότωνες άθελα σου… μακάρι να είχα τη δύναμη να σου έλεγα όσα πολύ αργότερα βρήκα το κουράγιο. Έκανα να φύγω, δεν είχε κανένα νόημα η εκεί παρουσία μου εφόσον δεν έβρισκα τη δύναμη να σου μιλήσω!

Με σταμάτησες στο μισοσκότεινο δωμάτιο σου, με έπιασες από το χέρι και βρέθηκες κολλημένος απάνω μου. Τέτοια σιγή επικρατούσε, που άκουγα την καρδιά μου να χτυπά έντονα και με διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό. [….αυτολογοκρισία μου στο σημείο αυτό!]

 […] Όταν γύρισα σπίτι μου, μπήκα σαν τον κλέφτη για να μην με ακούσουν. Μέσα στο ημίφως είδα το είδωλό μου στον καθρέπτη του σαλονιού. Τρόμαξα με τη λάμψη των ματιών μου. Σα να είχα διαπράξει έγκλημα αισθανόμουν, είχα ξεπεράσει τα όρια μου αλλά ένιωθα λυτρωμένος.



* Η παρούσα ανάρτηση αφιερώνεται σε όλους όσους μπερδεύονται στον κόσμο του έρωτα

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Κεριά


* Η μελαγχολία της Κυριακής, μιας καλοκαιρινής Κυριακής, στο μέγιστο δυνατό βαθμό τούτο το βράδυ! Και ξαφνικά μπήκε το καλοκαίρι στην πόλη μας! Κατεβάσαμε την τέντα στο μπαλκόνι, ανάψαμε  εντομοαπωθητικό φιδάκι και βγήκαμε στη βεράντα... κόσμος διαβαίνει λιγοστός τους πολύβουους δρόμους του κέντρο της πόλης! Αύριο θα ξαναβρούν το ρυθμό και τους βιαστικούς διαβάτες... οι μουσικές συντροφιά μου απόψε, στον απόηχο της χτεσινής μέρας. Με ένα αίσθημα ελπίδας πως αύριο όλα θα είναι διαφορετικά, έτσι κοιτάζω το θερινό σινεμά (απέναντι) που δεν άνοιξε φέτος...μα ούτε και πέρσι! Θύμα άραγε κι αυτό της κρίσης... (;) Καλή βδομάδα σε όλους!

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Μ. Χ. (ο σπουδαίος)


Γεια σας Μάνο Χατζιδάκι! Φύγατε μια μέρα σαν τούτη αλλά προλάβατε να τα πείτε όλα έγκαιρα. Είχατε την αρετή να βλέπετε όσα θα ακολουθήσουν και να μας μιλήστε για αυτά, άσχετα αν δεν σας ακούγαμε όλοι με την ίδια προσήλωση. Θα ήθελα να ξέρετε ότι από τότε που σας ανακάλυψα κι άρχισα να αποκωδικοποιώ τα μηνύματά σας (γραπτά ή μουσικά) άλλαξε η ζωή μου κι ήταν σαν να με έλουσε το φως μια δυνατής λάμπας. 

Ελπίζω να περνάτε καλά εκεί πάνω και να έχετε για παρέα σας τον Ελύτη και τον Γκάτσο.
Με εκτίμηση ένας μικρός θαυμαστής
Σείριος


* Τα σχόλια του Τρίτου, ψάξτε κ αγοράστε τούτο το βιβλίου του Μάνου Χατζιδάκι.

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Ένα κοχύλι μπερδεμένο σε σκέψεις


Έπεσα για να κολυμπήσω
κι άφησα την καρδιά μου πίσω

Άφησα την καρδιά μου χάμω
σαν το κοχύλι μες την άμμο

Πέρασαν όλες οι κοπέλες
με τα μαγιό και τις ομπρέλες

Ύστερα πέρασαν οι φίλοι
κανείς δε βρήκε το κοχύλι

Χρόνους και χρόνους κολυμπάω
που να ν αγάπη για να πάω

Έφαγε η θάλασσα το βράχο
κι έμεινε το νησί μονάχο
Ο. Ελύτης
13/06/2007 τόσο μακρινό και τόσο ίδιο το σούρουπο τούτο

Ανάμεικτα συναισθήματα μπερδεύονται μέσα μου, μιαν ευτυχία που σχεδόν μελαγχολικά στέκει και με σημαδεύει. Στιγμές όμορφες, ανθρώπινες γεμάτες εικόνες και μια φοβία για το μέλλονΜολονότι θέλω να γράψω ένα αισιόδοξο κείμενο, ο λογισμός μου περιστρέφεται γύρω από τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας μου κι όσα κείμενα γράφω τον τελευταίο καιρό είναι μαύρα κι άραχνα. Υπάρχουν στιγμές μέσα στη μέρα που έχω την αίσθηση ότι έχω χάσει το χιούμορ μου. Μπαμ (!) να μου κάνεις και θα σκάσωΣτιγμές στιγμές νιώθω αμήχανα απέναντι σε ορισμένες αντιδράσεις μου, μου φαίνονται πρωτόγνωρες και σίγουρα έξω από εκείνες που με χαρακτηρίζουν ως άνθρωπο

Προβληματίζομαι, αγχώνομαι, στεναχωριέμαι για το αβέβαιο μέλλον που με περιμένειΤους τελευταίους μήνες έχω υποβάλει άπειρες αιτήσεις πρόσληψης σε πάσης φύσεως θέσεις εργασίας, σε θέσεις σχετικές με τη σπουδή μου ή παντελώς άσχετες, κι απόκριση καμία. Και ξέρεις δε με πειράζει τόσο ότι δεν είμαι ο «κατάλληλος» όσο ότι κανένας δεν μπαίνει στον κόπο να στείλει μιαν απάντηση.  Παρότι θλίβομαι που θα είμαι άνεργος σε σύντομα χρονικό διάστημα, εξακολουθώ να νιώθω τυχερός γιατί ένα πιάτο φαγητό θα το έχω την ίδια ώρα που συνάνθρωποί μας είναι σε απελπιστική κατάσταση.

Κι είναι στιγμές που απορώ με τον ίδιο μου τον εαυτό! Που είναι εκείνο το δυναμικό άτομο που δε το έβαζε κάτω και τολμούσε γεμάτο ενθουσιασμόλες τούτο να είναι το τίμημα που χαρίζει η ωριμότητα του χρόνου; «Δεν ξέρω», ψέλλισες… «μη τα παίρνεις τόσο δύσκολα, θα είμαστε μαζί και θα βρίσκουμε λύσεις», συνέχισεςΧαμογέλασα και δε μίλησα. Φοβήθηκα ένα τόσο αισιόδοξο πλάνο για το μέλλον. Η ζωή δε προγραμματίζεται, αλλά την αγάπη μας (όχι τον έρωτα, την Αγάπη) την αισθάνομαι κι είναι κρυφή δύναμη κι ελπίδα για μένα. Δε στα είπα τούτα τα λόγιαΣπάνια σου λέω πράγματα που θα ήθελα να τα ήξερες αλλά ελπίζω να τα μαντεύεις. Οι λέξεις χάνουν τη δύναμή τους όταν ξεστομίζονται… 

Σε φίλησα κι έπειτα στο πικάπ ακούστηκε η γνωστή κι αγαπημένη μελωδίατι δύναμη που έχει το φιλί όταν το δίνεις με το είναι σου…

Καλή δύναμη σε όλους
*Καλή βδομάδα σε όλους. Κάπου εδώ είμαι... με σκέψεις διάφορες να με κυριεύουν...

**Η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες κ ταμπούρλα, που λέει ο ποιητής. Παράξενος καιρός και πρέπει να συνηθίσουμε στις νέες συντεταγμένες. Έρχεται μιαν εποχή που οι παρέες ελαττώνονται, οι σχέσεις γίνονται πιο δύσκολες κι οι απαιτήσεις για ουσιαστική επικοινωνία αυξάνονται.

*** Τα πιο όμορφα πράγματα που γεννά η σκέψη μου αντικρίζοντας σε, αρχίζουν με το γράμμα Α και τελειώνουν με το Ω.  Σ' αγαπώ...