Κοιτάω και ξανακοιτάω τη φωτογραφία σου, που έχω βάλει αντίκρυ στο κρεβάτι μου κι όλο απορώ. Πέρασαν τρεις μήνες; Ξέρεις, τώρα έχεις αρχίσει να μου λείπεις πιότερο από την αρχή. Στην αρχή ήταν το ξάφνιασμα. Το τηλέφωνο εκείνο που χτύπησε επίμονα, οι άναρθρες κραυγές και κλάματα της άλλης γραμμής, η έκπληξη που διαδέχτηκε το ηλεκτρικό ρεύμα που διαπέρασε το κορμί μου, η τελεία οργανωτικότητα μου ίσαμε να βρω το μάνα σου στο χώρο εργασίας της, η αποκοτιά μου να της ξεστομίσω την αλήθεια, η οδήγηση ίσαμε το Ε.Σ.Υ. Εκείνα τα 22 χιλιόμετρα που δεν ξέρω πως τα διήνυσα βουβός με όλο το βάρος στις πλάτες μου μιας και δεν είχα το θάρρος να το πω τελεσίδικα ούτε στη μάνα μου. Η θεία και η αδερφή σου στο πίσω κάθισμα, η μάνα μου στη θέση του συνοδηγού. Ένα διαρκές "πρόσεχε παιδί μου, να φτάσουμε καλά"... "καλά θα φτάσουμε μάνα, σιώπα". Κατεβήκαμε αλαφιασμένοι και κατευθυνθήκαμε στην είσοδο. Έσφιξα από το χέρι τη μάνα μου και από το άλλο τη θεία. Κάτι νοσοκόμες μέριασαν, ψιθυρίζοντας κάτι μισόλογα. Κατάλαβα για σένα έλεγαν. Τρέξαμε ασυναίσθητα προς ένα μέρος κι αντίκρισα τον θείο και τον πατέρα μου. Κλαίγανε πάνω σου, πάνω από το λευκό σεντόνι που σε σκέπαζε. Ένα λευκό καθάριο μπρος στο μαύρο που πλάκωνε τις ζωές μας. Τι να σου πω για το πως ένιωσα, μόνο εκείνη τη στιγμή - τη μία- άφησα τον εαυτό μου να φέρει όλες τις εικόνες του βίου μας να περάσουν σαν βίντεο που τρέχει. Κι έπειτα γραφειοκρατίες και διαδικαστικά κι εγώ όπως με ξέρεις. Στην τετράγωνη λογική μου υπάκουος. Πέρασε κάπως η ώρα, πήρα τον πατέρα μου να τον γυρίσω σπίτι και σε όλο το δρόμο οδηγούσα σιωπηλός. Καυτά δάκρυα κυλούσαν ήσυχα από τα μάτια μου, βουβά δάκρυα, καυτά με την αρμύρα τους να βρέχει τα χείλη μου. Γύρισα στη μεριά του πατέρα μου, αλλάζοντας ταχύτητα, όταν είχαμε φτάσει σχεδόν κάτω από το σπίτι μας και το μόνο που ξεστόμισα ήταν "πατέρα, πατέρα σε αγαπώ και σου ζητώ συγγνώμη. Καμιά φορά δεν είναι καλό παιδί αλλά ξέρεις κάτι; Είστε ό,τι σπουδαιότερο έχω". Με σταμάτησε. "Έχε δύναμη και να θυμάσαι ότι αυτή η δυστυχία θα πρέπει να μας κάνεις όλους καλύτερους σαν ανθρώπους". Αυτά θυμάμαι από κείνες τις στιγμές. Μετά μόνο διαδικαστικά ζητήματα. Κι έπειτα σε ντύσαμε γαμβρό, διάλεξα την τελευταία σου γραβάτα και μόνο εικόνες από τις ζωές μας έρχονταν στο νου μου καθώς σε ετοιμάζαμε στο γραφείο τελετών. Δεν ξέρω που βρήκα τόση δύναμη, ίσως να έχουμε αποθέματα που δε τα γνωρίζουμε. Δε μετάνιωσα λεπτό που ήμουν εκεί, κοντά σου, παρά τον πόνο που ένιωθα εκείνες τις στιγμές. [...]
[...] Ξέρεις, περνάω κάποια πρωινά πηγαίνοντας στη δουλειά. Αφήνω κανά κερί αναμμένο και ποτίζω το βασιλικό. Σκέφτομαι όλο πιο έντονα, τώρα που ο καιρός έχει περάσει κάπως, τα μυστικά μας που έμειναν σε μένα τώρα που έχεις φύγει. Τι να τα κάνω; Εσύ τι θα έκανες σε ανάλογη θέση; Θέλω να ελπίζω ότι θα σεβόσουν τα μυστικά μας. Έτσι έχω αποφασίσει να μην πω τίποτε, τουλάχιστον δε θα εξυπηρετούσε κάτι μιαν αναφορά σε πράγματα που θα αναστάτωναν τους δικούς μας. Κι έπειτα τα μυστικά που θέλω να μοιραστώ και δεν έχω κανέναν πια;
[...] Καμιά φορά αφήνω τον εαυτό μου να πιστεύει ότι λείπεις σε ένα μεγάλο ταξίδι κάπου στην άκρη της γης, θα περάσουν τα χρόνια και θα επιστρέψεις. Θα έχουμε μεγαλώσει κι άλλο, αλλά θα γυρίσεις... έτσι "κρατιέμαι" γιατί αλλιώς δε χωνεύεται καμιά σκέψη από όλες εκείνες που κάμνω κάθε βράδυ που ξαπλώνω. Να φανταστείς δεν έχω σβήσει από το κινητό μου, την επαφή του τηλεφώνου σου. Πρώτο όνομα φιγουράρεις στον τηλεφωνικό κατάλογο. Έκανα να τη σβήσω μια από τις πρώτες νύχτες αλλά το μετάνιωσα τελευταία ώρα. Υπάρχουν μέρες που θέλω να μιλήσω, να μοιραστώ τόσα και σκέφτομαι τι καλά που θα τα λέγαμε αν πηγαίναμε για ένα καφεδάκι... ξέρεις ένα "εσπρεσσάκι" στα όρθια σχεδόν εσύ κι εγώ το νες μου, "με πολύ γάλα" όπως θα έλεγες πειράζοντάς με στη σερβιτόρα! Κι εγώ παρά την ηλικία μας, θα κατέβαζα τα μάτια μου και θα σου έλεγα "Σοβαρέψου επιτέλους!".
____________________________________________________
[Ποστ μέσα στο ποστ, δλδ τοστ!]
Ότι κι αν πείτε θα έχετε δίκιο, έχω χαθεί στην καθημερινότητα και σε μιαν σειρά καταστάσεων που πρέπει να ολοκληρωθούν άμεσα πριν καλά καλά ο μήνας τούτος βγει. Εργαζόμενος πια (για λίγο ακόμη στην υπάρχουσα θέση) αναλώνω σχεδόν τη μισή μου μέρα και αμείβομαι για ελάχιστα, εννοείται (μα που ζεις Σείριε!?) χωρίς πληρωμή των υπερωριών. Άσχετο, η λέξη υπερωρία μου θυμίζει τη λέξη υπεραξία... και τα διάφορα άλλα τσιτάτα αριστερών οπαδών ή διαδηλωτών. Καμιά μέρα που θα έχω διάθεση θα σας πω κανένα από τα τραγελαφικά που συμβαίνουν εκεί μέσα. Καλά δε το συζητώ ότι η σημερινή ημέρα ήταν από τις πιο δύσκολες (εργασιακά) του τελευταίου τριμήνου. Αν μου είχε τύχει αυτός ο χαμός - πανικός τις πρώτες μέρες ίσως να τα είχα παρατήσει, από την άλλη δε σου κρύβω πως με διασκεδάζει κάποιες στιγμές αυτές το ανακάτεμα της τράπουλας! Αλλά μόνο κάποιες στιγμές (ελάχιστες)...
Έχει δροσίσει στα μέρη μας, είναι ο καιρός αμιγώς φθινοπωρινός. Το πρωί (εκεί γύρω στις έξι και κάτι που βγαίνω από το σπιτικό μου) έχει δροσιά, αποζητάς ένα πανωφόρι. Έχει τόση δροσιά που αν ρίξεις το πανωφόρι απάνω σου χάνεις αυτή την ιδιαίτερη αίσθηση του φθινοπώρου αλλά και χωρίς αυτό το βάδισμα έχει μιαν ολότελα αφύσικη επιτάχυνση. Αργά το μεσημέρι που σχολάω, ο ήλιος καίει όμως οι αχτίδες του δε βασιλεύουν ψηλά αλλά έχουν ήδη αρχίσει να γέρνουν. Σήμερα αν δεν ήμουν κουρασμένος ή τέλος πάντων αν είχα τα μαγιώ στο αυτοκίνητο θα είχα πάει να κάνω μια (τελευταία;) βουτιά. Ανταυτού, μπήκα στο αυτοκίνητο και πήρα το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι μου...
Χίλια δυο με περιμένουν κι εδώ, ρούχα για σίδερο κι ένα δωμάτιο που καρτερεί να συμμαζευτεί, ένα πλυντήριο που πρέπει να μπει, οι γλάστρες μου που θέλουν περιποίηση, κάποια βιβλία που άτακτα παραμένουν να μπουν στα ράφια τους στοιβαγμένα στο κομοδίνο και στο γραφείο, δίσκοι μουσικής ανακατεμένοι, η σκόνη, τι κακό κι αυτό! , τρυπώνει παντού... Τελικά βαρέθηκα δεν έκανα σχεδόν τίποτε από όλα αυτά.
Επιστρέφοντας, στο ραδιόφωνο άκουσα τη Γλυκιά Ίρμα, τραγούδι σε ερμηνευτική απόδοση της Έλλης Λαμπέτη και μόνο τότε θυμήθηκα πως κάπου εδώ έχει φύγει η Λαμπέτη. Τρεις του Σεπτέμβρη 1983. Πως το ξέχασα εγώ, που κάθε χρόνο όλο και κάτι αφιέρωνα στη μνήμη της; Στο youtube κυκλοφορούν δυο υπέροχα Αφιερώματα του Φρέντυ Γερμανού σε συνέχειες, όπου αποκαλυπτικές είναι σε πολλά σημεία οι μαρτυρίες της ίδιας της Λαμπέτη για το πως βίωνε η ίδια την ασθένεια της ή τα μεγάλα γεγονότα της ζωής της. Ξέρω πως όσο κι αν προσπαθήσω να σταθώ με κριτική ματιά έναντι σε αυτή τη σπουδαία ηθοποιό αργά ή γρήγορα θα πάψω να είμαι αντικειμενικός κι ίσως αρχίσω να ρέπω υπέρ της. Βλέπετε είναι από εκείνες τις γυναίκες που ασκούν ακόμη και τώρα όλη τη γυναικεία επιρροή τους απάνω μου.
1. ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ - AΦΙΕΡΩΜΑ ΓΕΡΜΑΝΟΣ 1ο.
2. ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ - AΦΙΕΡΩΜΑ ΓΕΡΜΑΝΟΣ 2ο.
Με αγάπη Σείριος Σειριόπολις
*Φωτογραφία, Πάτρα Μόλος Αγ. Νικολάου, εκεί που άλλοτε έστεκε ο Φάρος, σήμα κατατεθέν αυτής της πόλης. Σαν να εξαφανίστηκε ο κόσμος από το πιο κεντρικό και πολύβουο σημείο του κέντρου της Πόλης.
** Καλή σχολική Χρονιά σε όλους τους μαθητές, με υγεία και κουράγιο στο στόχο τους. Πάντα η μέρα αυτή είναι μιαν νέα αφετηρία ακόμη και τώρα για μένα. Σαν να είναι η αυριανή μέρα πρωτοχρονιά κι όχι η άλλη του Γενάρη.
***Εναλλακτικός τίτλος ανάρτησης "Λίγο από όλα και τίποτε!" ή "Μιαν ανάρτηση, έτσι χωρίς πρόγραμμα". Ο δεύτερος τίτλος δανειζόμενος από την εκπομπή της μάχιμης Δημοσιογράφου Μαρίας Ρεζάν, που λείπει η χαρακτηριστική φωνή και σκέψη της από την εποχή μας, από τους καιρούς μας. Άντε σας αφήνω, γιατί σας κούρασα και μπορεί εσείς να μη μου το πείτε αυτό. από ευγένεια, αλλά εγώ ξέρω...
Για ακούστε κι αυτό (πολύ homework βάζω, όπως θα έλεγε η αγαπημένη Marimar)
Φιλώ κ χαιρετώ σας






