Βοουυυυυυυυ, βοουυυυυυυυ
-
Σήκω,
φτάνει το πλοίο μας!
-
Έχουμε
καιρό… άσε να δύσει πρώτα ο ήλιος…
Βοουυυυυυυυ, βοουυυυυυυυ
-
Σήκω
σου λέωωω, βιάσου, δε θα προφτάσουμε. θα το χάσουμε το πλοίο κι ύστερα θα χάσουμε
τόσα όνειρα που κάναμε γι’ αυτό το ταξίδι…
-
[…]
εκκωφαντική σιωπή
Βοουυυυυυυυ, βοουυυυυυυυ
Στην προκυμαία καθήμενοι, στο καφενεδάκι
με τα μικρά στρόγγυλα μεταλλικά του τραπέζια, δυο νέοι όχι συνομήλικοι, υποδέχονται
το πλοίο που μονότονα πάντα κάμνει την ίδια διαδρομή. Τεργέστη – Μπρίντιζι – Πάτραι
– Κύθηρα – Ερμούπολις. Στο τραπέζι αντίκρυ τους δυο καφέδες τούρκικοι μισοτελειωμένοι
κι ένα περίτεχνο γυάλινο πιατάκι με λουκουμαδόσκονη που ξέμεινε από το γλύκισμα
που έφαγαν τελειώνοντας τη γουλιά του καφέ. Μοιάζουν να μην έχουν πολλά να
μοιραστούν αυτοί οι δυο νέοι, όμως τους συνδέει το κοινό όνειρο, το ταξίδι του
τελικού προορισμού. Το εφηβικό ονειροπόλημα του ενός κι η ελπίδα για οριστική
μετοίκιση της κοπέλας μπλέκονται παράξενα, όπως κι οι παράλληλες ιστορίες των
δύο αυτών πόλεων. Κοινά χτίσματα από τον ίδιο αρχιτέκτονα, αρχοντιά και κουλτούρα,
εμπόριο και θάλασσα, νεώρια και λιμάνι, ηδύποτα
και λουκούμια…
Βοουυυυυυυυ, βοουυυυυυυυ
Σηκώθηκα και έφυγα αφήνοντας πίσω,
καθήμενους, τους δυο νέους ανθρώπους. Σεργιάνισα αργά την προκυμαία. Είδα την «Πριμανόλια»
να φορτώνει τα εκλεκτά εδέσματα που θα πρόσφερε στους επιβάτες της, τους αχθοφόρους
που με προσοχή ξεφόρτωναν τα μπαγκάζια των αστών επιβατών του και την επιβίβαση
των νέων ταξιδευτών. Μια κυρία με το καπέλο και τη λευκή της ομπρέλα βγαλμένη
από μιαν άλλη εποχή, τόσο μακρινή που θα έλεγες πως τότε δεν υπήρχαν έγνοιες. Έψαχνα
μέσα στους επιβιβαζόμενους μήπως αντικρύσω εκείνα τα παιδιά, αλλά μάλλον δε θα
σηκώθηκαν από το τραπέζι…
Βοουυυυυυυυ, βοουυυυυυυυ
Απόπλους!
Βοουυυυυυυυ, βοουυυυυυυυ
Ολόφωτη η γιρλάντα με τις λάμπες του
καταστρώματος χάνεται από τα μάτια μας καθώς το πλοίο ξεμακραίνει.
Βοουυυυυυυυ, βοουυυυυυυυ
Πιο κοντά ή πιο μακρυά από το
όνειρό τους, με τις ίδιες ή με άλλες συντεταγμένες εκείνα τα παιδιά επειδή τα
έμαθαν να κουβαλούν πάσης φύσεως βάρη, θα συνεχίσουν να ονειρεύονται και κάποτε
αργά ή γρήγορα θα επιβιβαστούν στο πλοίο με προορισμό την Ερμούπολη.
Βοουυυυυυυυ, βοουυυυυυυυ

