Συχνά συνηθίζω να λέω ότι παιδάκια μου είναι τα ταξίδια που κατά καιρούς έχω κάνει! Μικρότερα σε ηλικία τα πιο πρόσφατα και μεγαλύτερα εκείνα που ανήκουν στο παρελθόν… Δεν έχω ιδέα πως είναι να είσαι στα αλήθεια γονιός, αλλά τις προσδοκίες, τις συγκινήσεις, τις απογοητεύσεις, τις χαρές και τα κλάματα (την ώρα του αποχωρισμού – επιστροφής) που βιώνει κανείς μέσα από ένα ταξίδι ασυνείδητα τα έχω συνδέσει με τα
αντίστοιχα συναισθήματα που νιώθουν οι γονείς.
Σήμερα η μέρα είναι βροχερή, σκοτεινή κι η υγρασία δεσπόζει παντού! Χαζεύοντας απ’ το παράθυρο ο νους μου έτρεξε ίσαμε το ταξίδι στο Λονδίνο, που έκανα πέρσι. Θα σκεφτείς, φίλε ανώνυμε / επώνυμε αναγνώστη ότι
συνειρμικά η βροχή μου έφερε το νου το βροχερό Λονδίνο. Όμως, όχι! Εγώ το Λονδίνο το βρήκα με τον καλύτερο καιρό που θα μπορούσε να έχει! Ήλιο! Καυτός Ήλιος! Με έναν ήλιο, όμως, που η δύναμη του δεν έφτανε να φωτίσει ζωηρά τα κτήρια του ώστε να τον ανακλάσουν. Εν ολίγοις, παρά τη λιακάδα ένιωθες κάτι να
υστερεί απ’ τη ζωντάνια του ήλιου…
Αμέσως, κατάλαβα ότι η μουντή μέρα μου θύμισε το δίχως άλλο την εξίσου μουντή αίθουσα των Μαρμάρων του Παρθενώνα, στο Βρετανικό Μουσείο. Κι ενώ επρόκειτο, για την πιο καλοφωτισμένη αίθουσα με φυσικό και τεχνικό φωτισμό δεν έπαυε να είναι η πιο σκιερή! Δε θα πω μελαγχολική, διότι δεν διακατεχόμουν από το αίσθημα (μέχρι τότε) ότι τα «μαρμαρά μας» κακοπερνάνε στις προθήκες του συγκεκριμένου μουσείου…
Δεν άργησα να αντιληφθώ ότι εκείνο που έλειπε απ’ τα γλυπτά των ζωφόρων του Παρθενώνα, ήταν η δύναμη της λάμψης του ελληνικού ήλιου καθώς κι η «απλωσιά» που τους αναλογούσε! Με το σύστημα της ηχογραφημένης ξενάγησης άρχισα να περιδιαβαίνω το χώρο, παρατηρώντας και φωτογραφίζοντας τα γλυπτά. Τα γλυπτά που από την επίμονη απόξεση της «ειδικής συντήρησης» έχουν καταστραφεί! Οι επιφάνειες τους έχουν γίνει τραχείες ενώ λεπτομέρειες έχουν σβήσει για πάντα.
Στην αίθουσα εκείνη θα έμεινα για δυο ώρες. Δυο ώρες που έτρεξαν σα νερό σε γοργό ποτάμι. Κι ίσως τότε για πρώτη φορά να ενστερνίστηκα αυτό που από μικρό παιδί άκουγα να ζητά επίμονα η Μελίνα Μερκούρη. Να επιστραφούν τα Μάρμαρα στον φυσικό τους χώρο, στον αττικό ήλιο και τόπο. Είμαι βέβαιος, ότι όποιος έχει ανέβει στην Ακρόπολη κι έχει δει την εκτυφλωτική αντανάκλαση του φωτός στα μάρμαρα, σίγουρα θα νιώσει μελαγχολία στο Βρετανικό Μουσείο.
Βγαίνοντας, απ’ το Μουσείο άρχισα να περπατάω με κατεύθυνση το Covent Garden ενώ από τα ακουστικά του MP3 άκουγα τη Μαρία Δημητριάδη στο «εφτά ζωές». Ήταν το κομμάτι που ταίριαξε απόλυτα με τη μελαγχολία της στιγμής! Στο πολύβουο Λονδίνο, στη πόλη που μπορείς να ακούσεις τη λαλιά σου με τη ίδια σχεδόν συχνότητα που ακούς την αγγλική**, εγώ περπατούσα με μια μελαγχολική διάθεση που ζητούσε την Ελλάδα.
| εφτά ζωές - μαρία ... |
**Θα σκεφτείς ότι υπερβάλω. Όμως δεδομένου ότι οι Άγγλοι δε φωνάζουν όταν μιλάνε, όποτε άκουγες κάποιον να συνομιλεί με ένταση ήταν Έλληνας ή Κύπριος και σπανιότατα Άγγλος.


