Υπάρχουν νύχτες που, πραγματικά, δε μπορώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει. Η διάθεσή μου ανεβοκατεβαίνει ωσάν να’ ναι κανένα παιδάκι που παίζει με τα κουμπιά του ανσασέρ. Κι αν το καλοσκεφτείς, το «παιδάκι» που παίζει όντως υπάρχει. Είναι το ατίθασο παιδί που ονομάζεται μνήμη (θύμηση, ανάμνηση). Λοιπόν, αυτό το ατίθασο – φασαριόζικο παιδί είναι ικανό να σε ξενυχτήσει –με το έτσι θέλω—και να σε γεμίσει με τα πιο αμφιλεγόμενα συναισθήματα.
Βροχερή η χτεσινή νύχτα κι ίσως καλύτερη συντροφιά από τη απαλή μουσική του ραδιοφώνου να μην υπήρχε. Τελείωνα τη μέρα μου, συντροφιά με ένα βιβλίο. Τόσο πολύ είχα απορροφηθεί από αυτό που διάβαζα, που η χαμηλόφωνη μουσική χανόταν στη σιωπή του δωματίου. Κι όμως, για μια στιγμή, μια νότα από ένα τραγούδι που ξεκινούσε θέλησε να επιβληθεί μέσα μου. Να με κάνει να σταματήσω την ανάγνωση και να επικεντρωθώ στο τραγούδι!
«Μα ναι!!! Το τραγούδι είναι γνωστό!» σκέφτηκα. Ήταν το «Να μ’ αγαπάς» του Π. Σιδηρόπουλου. Έμεινα να το ακούω, μη μπορώντας να ελέγξω τις εικόνες που ανέσυρε από το χρονοντούλαπο του μυαλού μου. Είναι το τραγούδι που με συντρόφευε για ένα ολάκερο καλοκαίρι. Το καλοκαίρι του 1999 (έχουν περάσει κιόλας δέκα χρόνια…).
Το άκουγα, τότε, από μια κασέτα… που μου είχες γράψει! Σου είχα ζητήσει να μου γράψεις τους Πυξ – Λαξ και μου είχες πει δίνοντας μου την κασέτα «έμεινε λίγος χώρος στο τέλος και σου συμπλήρωσα ένα τραγούδι. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο…». Κι εκείνο το «δεν είναι τίποτα σπουδαίο…» το’ χες πει με τέτοιο τρόπο, σαν να μου έλεγες απ’ εκεί να αρχίσει να ακούς την κασέτα.
Κι αλήθεια, από εκεί ξεκίνησα το άκουσμα εκείνης της κασέτας! Από το τέλος της Β πλευράς. Την άλλη μέρα, έφευγα για την ακριτική Σύμη. Δε σε είδα για να σε ευχαριστήσω… όταν γύρισα είχες φύγει για την Αθήνα! Θα άρχιζες φροντιστήρια, για τις πανελλήνιες. Τελείωνες το Λύκειο, κι εγώ μικρότερος σου κατά τρία χρόνια πίστευα πως θα σε χάσω για πάντα! Όχι ότι είχαμε και κάτι παραπάνω… αλλά θα έχανα εκείνον τον ερωτισμό που πλανιόταν στον αέρα. Κι έτσι έγινε! Δεν τα έφερε η ζωή να βρεθούμε ποτέ άλλοτε! Έπαψες να έρχεσαι διακοπές στας εξοχάς, στο σπίτι που σε φιλοξενούσαν οι κοινοί γνωστοί μας.
Ήρθες ξανά φέτος το Πάσχα, αλλά εγώ δεν ήμουν εκεί! Με αναζήτησες, έμαθα, μέσω των γονιών μου… ρωτούσες για μένα… όμως δεν ήμουν εκεί! Κι η είδηση ότι είχες έρθει στας εξοχάς για Πάσχα, πέρασε τόσο αδιάφορα μέσα μου που ούτε έδωσα σημασία. Όλα αυτά, μέχρι πριν λίγο που ξανάκουσα την κιθάρα του Σιδηρόπουλου.
«… αν και τελειώνει αυτό το γράμμα, η ανάγκη μου δε σταματά…»
seirios, poly wraio keimeno (an den hmoun kafros mporei kapote na to egrfa kai egw)...wraies anamnhseis einai aytes: o dikos moy paidikos erwtas itan mia daskala sto dhmotiko ampelokhpwn...th synathsa tyxaia kai tis to eipa otan imoun 21 xronwn...ekeinh kapou sta 37-38...den eixe xrono gia kafe re gmt... (dn synexizw gia na mh xalasw to klima)
ΑπάντησηΔιαγραφή