"είναι ωραίο να κάνεις όνειρα κι ας μη βγουν ποτέ αληθινά..."
Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013
Χάθηκε στα σύννεφα το μικρό αστέρι!
Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012
Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011
Μερικές σκέψεις & ένα παραμύθι!
Ήταν ένας κύριος με ένα πολύ παράξενο όνομα, ο κύριος Ούτε Κιχ. Με αυτό το όνομα γεννήθηκε, με αυτό μεγάλωσε, με αυτό συνέχισε τη ζωή του. Ο κύριος Ούτε Κιχ δεν έκανε καθόλου θόρυβο, η φασαρία ήταν άγνωστο πράγμα κι όπου άκουγε ότι κάποιος σαματάς γινότανε ή κάτι τέτοιο ο κύριος ούτε Κιχ έφευγε τρομοκρατημένος. Δε μίλαγε, δε φώναζε, δε γελούσε, δε χαχάνιζε, δε στρίγκλιζε, δε χτύπαγε, δεν ανάσαινε καν γιατί ο κύριος Ούτε Κιχ ήταν ένας πάρα πολύ σιωπηλός άνθρωπος!Αχ, ο κύριος αυτός ήταν τόσο σιωπηλός, τόσο ανύπαρκτος, ώσπου μια μέρα χάθηκε. Ήτανε τόσος ο θόρυβος που να…έτσι όπως ήρθε χάθηκε! Φυσικά οι πάντες ξεσηκώθηκαν να τον βρουν γιατί η εξαφάνισή του έκανε απίστευτο θόρυβο. Ήταν ο μόνος θόρυβος που έκανε ο κύριος ούτε Κιχ...Μπαρ Μπαρ
Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010
Δέκα Λεπτά
Είχε δέκα λεπτά στη διάθεση του...Έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω κι έκλεισε τα μάτια του, μουρμουρίζοντας τη μελωδία που βασανιστικά είχε καρφωθεί στο μυαλό του. Μέσα στη βαβούρα της χθεσινοβραδινής αποχαιρετιστήριας βραδιάς προς τιμήν του, για μια στιγμή είχε ακούσει την Πιάφ να τραγουδά το "Παντάμ...". Λοιπόν, εκείνο το "Παντάμ...παντάμ...παντάμ..." κυριαρχούσε μέσα του, σαν κύμα που φουσκώνει και μ' ορμή σε παρασύρει. Δεν είχε περάσει καλά στη γιορτή που οι δικοί του άνθρωποι και φίλοι είχαν ετοιμάσει για χάρη του. Αν υπήρχε τρόπος θα ήθελε να έχει τρέξει μακρυά, να είχε φύγει από της γιορτής τα φώτα. Σχεδόν όλοι ήταν εκεί, μαζί του, για να γιορτάσουν, να θυμηθούν στιγμές όμορφες, αστείες, έρωτες που πέρασαν άφησαν τα σημάδια τους κι άλλους που στέριωσαν. Για να θυμηθούν στιγμές μικρές, στιγμές μιας καθημερινότητας που συνθέτουν αυτό που λέμε ζωή.
Η χαρά των άλλων γινόταν θηλιά που τον έπνιγε. Ευτυχώς που κάποια ώρα όλα εκείνα τελείωσαν και καθένας πήρε το δρόμο της επιστροφής.
- "Θες να σε πετάξουμε εμείς στο σπίτι, με το αυτοκίνητο;" άκουσε από το στόμα της Άννας.
- "Όχι, ευχαριστώ. Ίσως περπατήσω λίγο, αλλιώς θα πάρω ταξί", απάντησε βιαστικά, έχοντας εκ των προτέρων αποφασίσει πως θα περπατήσει για τελευταία βραδιά στους δρόμους της πόλης που τόσο αγάπησε και τώρα ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει. Ήθελε να περάσει από σημεία που του θύμιζαν κάτι ξεχωριστό, κάποιο συμβάν της ζωής του που μπορεί να για τους υπόλοιπους να μη σήμαινε τίποτε απολύτως, όμως για κείνον είχε εξέχουσα θέση στις αναμνήσεις του.
Ένα βουβό παράπονο, ένα αδιόρατο αγκάθι τρυπούσε την ψυχή του όλο το βράδυ. Μα τώρα βαδίζοντας το δρόμο της επιστροφής και της «περιπλάνησης» έφερνε στο νου του λόγια κι εικόνες που δεν μπόρεσε να μοιραστεί τόσα χρόνια με όλους αυτούς που τον είχαν τιμήσει! Άλλωστε, αυτό ήταν ένα στοιχείο του χαρακτήρα του. Μέσα στο χαμόγελο που πάντα φώτιζε το πρόσωπό του, αυτός σκέπαζε όσα δεν ήθελε οι άλλοι να δουν με ευκολία. Δε τα έκρυβε, αλλά δε τα έδινε απλόχερα. Φοβόταν πως έτσι θα μολύνει ό,τι καθάριο κι αγνό είχε κρατήσει για τον ίδιο. Γι’ αυτό οποιονδήποτε έμπαινε στον κόπο να κοιτάξει πίσω από τη «φωτεινή» εικόνα, με τρόπο διακριτικό κι αληθινό ενδιαφέρον φρόντιζε να τον κάνει φίλο καλό.
Τα βήματα του, τον είχαν φέρει μπροστά από την κρήνη του Κριτόλαου. Ήταν εκείνο το σημείο της πόλης που έδινε τα ραντεβού του. Κοντοστάθηκε μπροστά από την άψυχη κρήνη με ένα αίσθημα αλλόκοτο και απορία μικρού παιδιού αναρωτήθηκε. Άραγε να υπάρχει ακόμα εκείνο το σύνθημα που είχε γράψει, στο πίσω μέρος της κρήνης; “Το ριζικό μου, ακόμα, τι μου γράφει;”, τούτο είχε γράψει πρωτοερχόμενος, παιδί στα δεκαοχτώ του, για σπουδές. Από εκείνον το Σεπτέμβρη είχαν περάσει σχεδόν είκοσι καλοκαίρια. Κόντευε πια τα σαράντα κι η πόλη αυτή από ξένη που ήταν στην αρχή του είχε γίνει οικεία κι αγαπητή. Είχε κάνει έναν αξιόλογο κύκλο γνωστών κι ακόμη, την ύστατη εκείνη ώρα, δεν ήξερα αν έκανε καλά που την εγκατέλειπε. Διατηρούσε τις επιφυλάξεις του, όπως για κάθε τι. Δεν ήταν άνθρωπος που του άρεσαν οι μεγάλες αλλαγές στις συνήθειές του κι αυτή το δίχως άλλο ήταν από τις σημαντικότερες που είχε κάνει ίσαμε τώρα.
Έμεινε να κοιτάει την κρήνη χωρίς να μπορεί να τιθασεύσει τις αναμνήσεις που ξεπηδούσαν η μια πίσω απ’ την άλλη. Αναμνήσεις που δεν μπόρεσαν να του ξυπνήσουν τόσοι γνωστοί, λίγες ώρες νωρίτερα. Κοντοστάθηκε λίγο ακόμα, αντίκρισε καλά καλά το χώρο με την κρήνη κι ύστερα σε στάση προσοχής, σα να χαιρετά κάποιον ανώτερο, αποχαιρέτησε την άψυχη εκείνη κρήνη που μονάχα άψυχη δεν ήταν με τόσες αναμνήσεις που είχε ανασύρει από το μυαλό του.
- «Ξέρεις ποιος ήταν ο Κριτόλαος;» , τον είχε ρωτήσει σε μια από τις πρώτες συναντήσεις τους ο άνθρωπος που μετέπειτα θα έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή του.
- «Δεν ξέρω» είχε απαντήσει.
Είχε κάπως ντραπεί γι’ αυτή του την απάντηση, γιατί πίστευε ότι έχανε πόντους απ’ τα μάτια του ανθρώπου με τον οποίο ήταν ερωτευμένος. Θα’ θέλε να είχε πει κάτι, αν ήξερε, έστω, δυο λέξεις για τον Κριτόλαο θα μπορούσε να τον εντυπωσιάσει. Τότε, όμως, δεν ήξερε τίποτε απολύτως για το σπουδαίο φιλόσοφο από τη Φασήλιδα της Λυκίας. Ούτε για τον έρωτα ήξερε πολλά πράγματα…ούτε ήξερε να μη φοβάται τα συναισθήματα που η ψυχή γεννάει…και δεν ήξερε κι άλλα πολλά που στο διάβα του χρόνου έμαθε κοντά σε εκείνον τον άνθρωπο.
- «Γιατί δεν είχε έρθει απόψε;», διερωτήθηκε σε έναν εσωτερικό μονόλογο που είχε ανοίξει με τον εαυτό του.
Έξι χρόνια είχαν ζήσει μαζί, έξι χρόνια σπουδή στον έρωτα και στην αγάπη. Έξι χρόνια στιγμές ζωής, μιας ζωής που θα ήταν εντελώς διαφορετική αν οι τροχιές τους δεν είχαν σμίξει. Πώς να μην πιστέψεις ότι όλα σε τούτη τη ζήση είναι ένα φαινομενικά αταίριαστο παζλ τυχαίων γεγονότων που φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά; Από πού να αρχίσεις και που να τελειώσεις; Για τον τρόπο γνωριμίας τους ή για τα κοινά βιώματα τους; Κοινά βιώματα δυο ζωών που δεν υπήρξαν παράλληλες, όπως παράλληλες δεν ήταν κι οι ηλικίες τους. Κι, όμως, αυτή την τελευταία βραδιά δεν την είχαν μοιραστεί…Τι κι αν δεν ήταν ζευγάρι πια; Η σχέση τους είχε αποδείξει στο χρόνο πως οι άνθρωποι εκτός από εραστές μπορούν να παραμένουν φίλοι αγαπημένοι. Να είναι ο ένας κοντά στον άλλο, να χαίρονται με τη χαρά του άλλου και να είναι δίπλα ο ένας στον άλλο στα δύσκολα. Αυτός του τα είχε μάθει όπως και τόσα άλλα γύρω από τη ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις.
- «Μήπως τάχα δεν είχε μάθει για το φευγιό μου;», μονολόγησε καθώς βάδιζε, θέλοντας να δικαιολογήσει, στον ίδιο του τον εαυτό, την απουσία του.
Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009
2010 ευχές για υγεία σε όλους!
Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009
Ούτε Κιχ...
Ήταν ένας κύριος με ένα πολύ παράξενο όνομα, ο κύριος Ούτε Κιχ. Με αυτό το όνομα γεννήθηκε, με αυτό μεγάλωσε, με αυτό συνέχισε τη ζωή του. Ο κύριος Ούτε Κιχ δεν έκανε καθόλου θόρυβο, η φασαρία ήταν άγνωστο πράγμα κι όπου άκουγε ότι κάποιος σαματάς γινότανε ή κάτι τέτοιο ο κύριος ούτε Κιχ έφευγε τρομοκρατημένος. Δε μίλαγε, δε φώναζε, δε γελούσε, δε χαχάνιζε, δε στρίγκλιζε, δε χτύπαγε, δεν ανάσαινε καν γιατί ο κύριος Ούτε Κιχ ήταν ένας πάρα πολύ σιωπηλός άνθρωπος!Αχ, ο κύριος αυτός ήταν τόσο σιωπηλός, τόσο ανύπαρκτος, ώσπου μια μέρα χάθηκε. Ήτανε τόσος ο θόρυβος που να…έτσι όπως ήρθε χάθηκε! Φυσικά οι πάντες ξεσηκώθηκαν να τον βρουν γιατί η εξαφάνισή του έκανε απίστευτο θόρυβο. Ήταν ο μόνος θόρυβος που έκανε ο κύριος ούτε Κιχ...Μπαρ Μπαρ
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι!
Ω, μελίσσι μου! πιες
Απ' αυτόν τις γλυκές,
Τις αγνές ευωδιές
Της ψυχής μου!"
2."για το χαμένο μου αγώνα
που τ' αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαιν"
Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009
Χαμηλές πτήσεις...
Αχ, μικρέ μου πρίγκιπα! Έτσι, σιγά σιγά, κατάλαβα τη μελαγχολική σου ζωούλα. Για πολύν καιρό, δεν είχες τίποτα να σε διασκεδάσει παρά μονάχα τα απαλά ηλιοβασιλέματα. Την καινούργια αυτή λεπτομέρεια την έμαθα την τέταρτη μέρα το πρωί, όταν μου είπες:
«Πολύ μ' αρέσουν τα ηλιοβασιλέματα. Πάμε να δούμε ένα ηλιοβασίλεμα...»
«Μα πρέπει να περιμένουμε...»
«Να περιμένουμε τι;»
«Να περιμένουμε τον ήλιο να βασιλέψει».
Φάνηκες να ξαφνιάστηκες στην αρχή κι ύστερα γέλασες με τον εαυτό σου. Και μου είπες:
«Όλο νομίζω πως είμαι στον τόπο μου!»
Είναι γεγονός. Όλοι το ξέρουν πως όταν είναι μεσημέρι στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο ήλιος στη Γαλλία βασιλεύει. Θα 'φτανε να μπορούσαμε να πάμε στη Γαλλία μέσα σ' ένα λεπτό και θα βλέπαμε τον ήλιο να βασιλεύει. Δυστυχώς όμως, η Γαλλία είναι πολύ μακριά. Αλλά στον τόσο δα μικρό πλανήτη σου, έφτανε να τραβήξεις την καρέκλα σου δυο βήματα πιο κάτω. Κι έβλεπες το δειλινό όποτε το ήθελες...
«Μια μέρα, είδα τον ήλιο να βασιλεύει σαράντα τρεις φορές!»
Και μετά από λίγο συνέχισες:
«Ξέρεις... όταν είσαι λυπημένος σ' αρέσουν τα ηλιοβασιλέματα...»
«Κείνη τη μέρα με τις σαράντα τρεις φορές ήσουν τόσο λυπημένος λοιπόν;»
Ο μικρός πρίγκιπας όμως δεν απάντησε.
Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009
Παραμύθι δίχως όνομα...
Το' χε φάει το μέτρημα εκείνο το παιδί! Κάθε επόμενη κίνησή του, έστω κι αστραπιαία έπρεπε να τη μετρήσει, ζυγιάσει κι έπειτα να αποφασίσει αν θα τη διαπράξει! Έτσι το' χαν μάθει, έτσι έπραττε! Κι ήταν σαν να' χε δυο διαφορετικούς κόσμους να επιδείξει. Πολλές φορές ένιωθε πως πρόβαλε σαν να' ταν κάποιος άλλος απ' αυτόν που στα αλήθεια ήταν. Στα μάτια του κόσμου έμοιαζε σαν το όμορφο, φρόνιμο, γλυκό παιδί. Ενώ στην πραγματικότητα κάθε άλλο απ' αυτά ήταν. Είχε, φυσικά, καλούς τρόπους και καλή ανατροφή αλλά όλα ήταν ανακατεμένα στο μυαλό του. Ήταν γεμάτο ζωή, αλλά την έκρυβε, την έπνιγε. κι ενώ τίποτα δεν του έλλειπε δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένο εκείνο το παιδί... ένιωθε παγιδευμένο πίσω από μια γυάλινη τζαμαρία! Έβλεπε απέναντι μα δε μπορούσε να περάσει!
"Όσο κάλπικος κι αν τύχει να βρεθεί ποτέ του δε θα υποκριθεί για όσα αισθάνεται, με όποιο τίμημα!"
Σαν πέρασε ο καιρός επουλώθηκαν κι οι πιο μικρές πληγές και το νεαρό αγόρι μεγάλωνε. Προσπάθησε να μη μετρά όσο πριν, παρότι πάντοτε υπήρχε μια φωνή (κι όχι δεν ήταν της συνείδησής του!) να του υπενθυμίζει ότι το μέτρημα σώζει τους ανθρώπους! Αυτή τη φορά το αγόρι κώφευε συνειδητά γιατί είχε αρχίσει ένα νέο παιχνίδι. Άρχισε να φλερτάρει και να παίζει με εύφλεκτα χημικά του οργανισμού...
Μα όσο σοφό κι αν ήταν (ήταν?μπα!) εκείνο το νεαρό αγόρι δεν είχε μαθει ότι με αυτά τα πράγματα δεν παίζουν οι άνθρωποι! Και κάηκε το αγόρι του παραμυθιού εν μια νυκτί...
- "Κι ύστερα όλοι μαζί πήγαν στην ακρογιαλιά" όπως θα έλεγε κι λατρεμένη Ίλια!
- Το παραμύθι γράφτηκε ξημερώματα Κυριακής, με έναν Seirio ακροβάτη στο σχοινί των αναμνήσεων και των συναισθημάτων.
- Όσα δεν πρόλαβα να σου πω στο τηλέφωνο, να προσέχεις... Σήμερα σου στέλνω λίγη περισσότερη αγάπη, το επιβάλει η μέρα για διάφορους λόγους. (κλικ εδώ)
"όχι δε σε έβλεπα στον ύπνο μου..! χα χα χα" - Η χτεσινοβραδινή βροχή είχε καθαρτήριο χαρακτήρα...
Δευτέρα 13 Απριλίου 2009
"Η Ανάσταση του μπάρμπα - Πύπη"
Ο μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ' εμειδία προς αυτούς.
Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ' εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ' επικληνής προς το ους, όλα παρ' αυτώ εμειδίων.
Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Αούστριας. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Αγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
Είχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:
Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη
πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;
Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι' ανάφτει
και σκορπιέται σε κάθε μεριά.
Ο μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κ' έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.
«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κ' εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ'η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ' ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν' αναγνωρίσει την διαφοράν.
Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ... ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος... ως ενάντιος υψίστοις!»
Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν' ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Αγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν' ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου...
Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188... περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ' Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν' αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ' έκαμνεν οικονομίαν.
Αλλ' όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ' έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν' ακούη την Ανάστασιν εις τον Αγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν' αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.
Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν' ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' ευφρανθή η ψυχή του.
Και όμως ήτο... δυτικός!
Ο μπάρμπα-Πύπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του,όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α' «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν' αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί.
Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα.
Ο μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Αγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.
Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν' ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ' ολίγον ν' αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ' εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ' εκάπνιζεν ηδονικώς.
Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.
Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ' ανέτελλε μετ' ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.
Ο μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ' έκραξεν εναγωνίως.
- Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις...
Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν. ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.
- Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
- Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.
- Και δεν πας αλλού να το φουμάρης,ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!
- Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;
- Δεν ξέρω 'γω απ' αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι' άλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.
Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.
Ο μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.
- Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν' ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.
Ο χωρικός εκάγχασε.
- Στον Πειραιά; στον Αϊ-Σπυρίδωνα; κι' από πού έρχεσαι;
- Απ' την Αθήνα.
- Απ' την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν' ακούσης Ανάσταση;
- Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης.
Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.
- Να φχαριστάς, καϋμένε...
Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.
- Να φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!
Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.
- Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ' ευχαριστώ ως τόσο που δε μ' ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε.., δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κ' επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.
- Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...
Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ' έγινεν άφαντος.
Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.
Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ' έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Αγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.
Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Αστεως το Αγιον Πάσχα.
Τρίτη 10 Μαρτίου 2009
"Έρωτας στα χιόνια..."
Η αγάπη μου για τον Παπαδιαμάντη είναι ακλόνητη κι ομολογώ ότι η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με την πεζογραφία του ήταν στην τελευταία τάξη του δημοτικού, δηλαδή πριν πολλά χρόνια... απαρχής ξεκίνησα να τον διαβάζω στην δική του γραφή κι ομολογώ ότι κάθε που ολοκλήρωνα ένα διήγημά του ένιωθα ότι είχα ζήσει κι εγώ όσα οι ήρωές του. Απλός στη γραφή, γεμάτος εικόνες ο λόγος του, θέματα παρμένα από την καθημερινότητα κι οι ήρωες απλοί άνθρωποι με τα πάθη που έχουμε όλοι μας!
Ίσως αυτή να είναι η μεγάλοι επιτυχία του Παπαδιαμάντη, δεν αναζήτησε ποτέ τον εξιδανικευμένο ήρωα. Στα σύντομα διηγήματα του έχουν χώρο όλοι μα το δίχως άλλο έχουν χώρο τα συναισθήματα των ανθρώπων, η αγωνία τους για την επιβίωση και φυσικά ο έρωτας! (Το «όνειρο στο κύμα» ένας ύμνος στον έρωτα...). Ο Παπαδιαμάντης είναι μάστορας στο να περιγράφει τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του κι αναμφισβήτητα αυτή του η μαεστρία μπορεί να συγκριθεί μ’ αυτή του Ντοστογιέφσκι.
Δεν είμαι ο πλέον αρμόδιος να μιλήσω για τον Παπαδιαμάντη ίσως γιατί δεν έχω τη φιλολογική κατάρτιση, όμως μιλάω για κάτι που αγαπώ που είναι ολωσδιόλου συνυφασμένο με την ελληνική γλώσσα. Διότι ο Παπαδιαμάντης πως είναι δυνατόν να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα χωρίς να «χάσει» την γεμάτη ιδιότυπες λέξεις γραφή του, οι οποίες γεννούν παραστατικές εικόνες;
Είχα την τύχει να ακούσω αρκετούς να «διαβάζουν» έργα του Παπαδιαμάντη. Ξεχωρίζω και κρατώ κλειδωμένη στη μνήμη μου, την ανάγνωση της «Φόνισσας» από την Α.Β. φιλόλογο μας στην Τρίτη Λυκείου. Από τις καλύτερες στιγμές μου ως μαθητής κι ίσως η καλύτερη ώρα για μια τάξη τελειόφοιτων. Από τα Παπαδιαμαντικά μου ακούσματα, δεσπόζουσα θέση έχει η ανάγνωση της Σαπφούς Νοταρά. Το Τρίτο πρόγραμμα του Μ. Χατζιδάκι είχε την πρόνοια να ηχογραφήσει την Σαπφώ Νοταρά σε τρία διηγήματα του Παπαδιαμάντη!
Ένα από αυτά τα τρία σπάνια ηχητικά ντοκουμέντα έχω τη χαρά να σας το «χαρίσω». Είναι ο «Έρωτας στα χιόνα», ένα όχι τόσο γνωστό διήγημα του Α. Παπαδιαμάντη αλλά πολύ τρυφερό... η Νοταρά αποδεικνύοντας ότι είναι σπουδαία ηθοποιός (αδικημένη από το θεατρικό στερέωμα) διαβάζει με μια εσωτερικότητα ανεπανάληπτη! Χωρίς υπερβολές, αξίζει να χαρίσετε ένα δεκαπεντάλεπτο διάλειμμα στον εαυτό σας και να ακούσετε το διήγημα. Καλή ακρόαση σε όλους!
ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ Ε Δ Ω
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009
Εδώ Λιλιπούπολη…II
Ακούστε εδώ δυο ιστορίες της Λιλιπούπολης. Η πρώτη έχει τίτλο «Οι πρωτοβουλίες του Παπαγάλου» κι η δεύτερη κατά σειρά φέρει τον τίτλο «Βρέχει». Για την ιστορία αναφέρω ότι η πρώτη ιστορία έχει δισκογραφηθεί (αλλά οι δίσκοι πια δεν κυκλοφορούν) κι η δεύτερη είναι από μια σειρά επετειακών εκπομπών που είχε μεταδώσει το 3ο Πρόγραμμα της Ελληνικής ραδιοφωνίας.
Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008
"Τα Πτερόεντα Δώρα..."

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008
Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ
Η ιστορία του “Ευτυχισμένου Πρίγκιπα” του Oscar Wilde είναι από εκείνα τα αναγνώσματα που αρέσκομαι να διαβάζω σχεδόν πάντα τούτες τις μέρες! Σας προτείνω να αφιερώσετε δέκα λεπτά από τον χρόνο σας και να διαβάσετε τούτη την ιστορία. Κι αν έχετε ανίψια, ξαδερφάκια ή αδερφάκια να την τυπώσετε και να τους τη διαβάσετε! Αφιερώστε λίγο (αν δεν έχετε αρκετό) αλλά ουσιαστικό χρόνο σε άτομα που αγαπάτε.

Πραγματικά τον θαύμαζαν πολύ. "Είναι όμορφος σαν ανεμοδούρα", είπε ένας απ' τους δημοτικούς συμβούλους που ήθελε να ξεχωρίζει για το καλλιτεχνικό του γούστο, "όμως όχι το ίδιο χρήσιμος", πρόσθεσε επειδή φοβόταν ότι οι ταπεινότεροι άνθρωποι θα νόμιζαν ότι στερείται πρακτικής σκέψης, πράγμα που αυτός δεν το πίστευε καθόλου για τον εαυτό του.
"Γιατί δεν γίνεσαι σαν τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα;" ρώτησε μια πρακτική μητέρα το αγοράκι της που έκλαιγε ζητώντας το φεγγάρι. "Του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα δεν του περνάει καν από το μυαλό να κλάψει, για οτιδήποτε".
"Χαίρομαι που κάποιος στον κόσμο είναι τόσο χαρούμενος", μουρμούρισε ένας δυστυχής, καθώς ατένιζε το θαυμάσιο άγαλμα.
"Μοιάζει σαν άγγελος", είπαν τα παιδιά του φιλόπτωχου καθώς βγαίναν από τον καθεδρικό με τους ακριβούς κατακόκκινους μανδύες τους και τις καθαρές λευκές φορεσιές τους.
"Κι εσύ πού το ξέρεις;", είπε ο Διδάσκαλος των Μαθηματικών, "ποτέ σου δεν έχεις δει άγγελο".
"Μα! Έχουμε δει στα όνειρά μας
Μια νύχτα, πέταξε εκεί κοντά στην πόλη ένα μικρό Χελιδόνι. Οι φίλοι του είχαν πάει στην Αίγυπτο πριν έξι βδομάδες, μα αυτός είχε μείνει πίσω, επειδή ήταν ερωτευμένος με την πιο όμορφη Κουφαηδόνα. Είχαν συναντηθεί νωρίς την άνοιξη, καθώς πέταγε πάνω απ' τον ποταμό ακολουθώντας ένα μεγάλο κίτρινο σκόρο, και μαγεύτηκε τόσο από την λεπτοκαμωμένη μέση της που σταμάτησε για να της μιλήσει.
"Να σ' αγαπήσω;" είπε το Χελιδόνι, που του άρεσε να μπαίνει αμέσως στο ψητό, και η Κουφαηδόνα του 'κανε μια μικρή υπόκλιση. Κι έτσι το Χελιδόνι πέταξε γύρω της, αγγίζοντας το νερό με τα φτερά του και κάνοντας ασημένια κυματάκια. Αυτός ήταν ο έρωτάς τους και διήρκησε όλο το καλοκαίρι.
"Είναι γελοίος δεσμός", τιτίβισαν τα άλλα Περιστέρια, "αυτή δεν έχει καθόλου λεφτά και έχει κι ένα σωρό συγγενείς" - στ' αλήθεια ο ποταμός ήταν γεμάτος Κουφαηδόνια. Μετά, ήρθε το φθινόπωρο κι όλα πέταξαν μακρυά.
Αφού έφυγαν ένιωθε μόνος, κι άρχισε να κουράζεται απ' την αγαπημένη του. "Δεν συζητάει καθόλου", είπε, "και φοβάμαι ότι είναι μια κοκέτα, επειδή πάντα φλερτάρει με τον άνεμο". Και σίγουρα, όποτε φύσαγε ο άνεμος, η Κουφαηδόνα έκανε τις πιο χαριτωμένες υποκλίσεις. "Παραδέχομαι ότι είναι εγχώριο πτηνό", συνέχισε, "αλλά εγώ είμαι αποδημητικό και μου αρέσουν τα ταξίδια. Συνεπώς θα λατρεύει τα ταξίδια και η γυναίκα μου".
"Θα πετάξεις μακριά μαζί μου;" την ρώτησε, μα η Κουφαηδόνα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, ήταν πολύ συνδεδεμένη συναισθηματικά με το σπίτι της.
"Έπαιξες με την αγάπη μου", της είπε. "Φεύγω για τις Πυραμίδες. Έχε γεια!" και πέταξε μακρυά.
Όλη τη μέρα πετούσε και την νύχτα έφτασε στην πόλη. "Που θα με δεχτούν;" είπε, "ελπίζω η πόλη να έχει κάνει τις κατάλληλες προετοιμασίες".
"Έχω χρυσή κρεβατοκάμαρα", είπε απαλά στον εαυτό του και κοίταξε τριγύρω καθώς προετοιμαζόταν να κοιμηθεί. Μα καθώς έβαζε το κεφάλι του κάτω απ' την φτερούγα του έπεσε πάνω του μια μεγάλη σταγόνα νερό. "Τι παράξενο!", είπε, "δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, τα αστέρια λάμπουν, κι όμως βρέχει. Το κλίμα στην βόρεια Ευρώπη είναι πραγματικά φρικτό. Η Κουφαηδόνα έβρισκε την βροχή όμορφη, αλλά αυτό ήταν απλά ο εγωισμός της".Και τότε έπεσε άλλη μια σταγόνα.
"Μα αυτό το άγαλμα δεν μπορεί ούτε την βροχή να εμποδίζει;" είπε. "Πρέπει να βρω μια καλή καμινάδα να φωλιάσω" και αποφάσισε να πετάξει μακριά.
Αλλά πριν προλάβει να ανοίξει τα φτερά του, έπεσε και τρίτη σταγόνα, κι όταν κοίταξε ψηλά, είδε, α! Τι ήταν αυτό που είδε;Τα μάτια του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα ήταν γεμάτα δάκρυα και τα δάκρυα κυλούσαν στα χρυσαφένια μάγουλά του. Το πρόσωπό του φάνταζε τόσο όμορφο στο σεληνόφως που το Χελιδόνι γέμισε οίκτο.
"Ποιος είσαι;" ρώτησε.
"Είμαι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας".
"Και τότε γιατί κλαις;" ρώτησε το χελιδόνι, "με κατάβρεξες"!
"Τότε που ζούσα και είχα ανθρώπινη καρδιά", απάντησε το άγαλμα, "δεν ήξερα τι είναι τα δάκρυα, επειδή ζούσα στο παλάτι του Sans-Souci, όπου η λύπη δεν έβρισκε είσοδο να μπει. Την ημέρα έπαιζα με τους φίλους μου στο κήπο, και το απόγευμα ήμουν πρώτος στο χορό στη Μεγάλη Αίθουσα. Γύρω απ' τον κήπο υπήρχε ψηλός τοίχος, μα ποτέ δεν νοιάστηκα να ρωτήσω τι υπήρχε παραέξω, όλα ήταν πανέμορφα για μένα. Οι αυλικοί μου με φώναζαν απλά Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, και ευτυχισμένος στ' αλήθεια ήμουν, αν η ευχαρίστηση είναι το ίδιο με την ευτυχία. Έτσι έζησα, και έτσι πέθανα. Και τώρα που είμαι νεκρός με στήσανε εδώ τόσο ψηλά, που μπορώ να δω όλη την ασχήμια και όλη την δυστυχία της πόλης μου, και αν κι η καρδιά μου είναι από μολύβι, δε μπορώ παρά να κλαίω".
"Τι! Δεν είναι ατόφιο χρυσάφι;" σκέφτηκε το Χελιδόνι. Ήταν πολύ ευγενικό και δεν έκανε φωναχτά προσωπικά σχόλια.
"Μακριά", συνέχισε το άγαλμα με την μπάσα μελωδική φωνή του, "μακριά σε ένα σοκάκι υπάρχει ένα φτωχόσπιτο. Ένα απ' τα παράθυρα του είναι ανοιχτό, και βλέπω μια γυναίκα να κάθεται σε ένα τραπέζι. Το πρόσωπό της είναι αδύνατο και κουρασμένο, κι έχει τραχιές, κόκκινες παλάμες, όλες τρυπημένες απ' την βελόνα, επειδή είναι ράφτρα. Κεντάει λουλούδια του πάθους σε μια τουαλέτα από σατέν για την πιο όμορφη δεσποινίδα επί των τιμών της Βασίλισσας, που θα το φορέσει στον επόμενο Βασιλικό Χορό. Σε ένα κρεβάτι στη γωνία του δωματίου ένα άρρωστο αγόρι είναι ξαπλωμένο. Έχει πυρετό και ζητάει πορτοκάλια. Η μητέρα του έχει να του δώσει μόνο νερό απ' το ποτάμι, και το μικρό αγόρι κλαίει. Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι, θα βγάλεις το ρουμπίνι απ΄τη λαβή του σπαθιού μου; Τα πόδια μου είναι σφαλισμένα σ' αυτό το βάθρο και δεν μπορώ να κινηθώ".
"Με περιμένουν στην Αίγυπτο", είπε το Χελιδόνι. "Οι φίλοι μου πετούν πάνω απ' τον Νείλο, και μιλούν στα μεγάλα νούφαρα. Σύντομα θα κοιμηθούν στον τάφο του μεγάλου Φαραώ. Ο ίδιος ο Φαραώ βρίσκεται εκεί στο πολύχρωμο φέρετρό του. Είναι τυλιγμένος σε κίτρινο λινό και είναι ταριχευμένος με αρώματα. Γύρω απ' τον λαιμό του υπάρχει μια αλυσίδα με χλωμούς πράσινους νεφρίτες, και τα χέρια του μοιάζουν με μαραμένα φύλλα".
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "δε θα μείνεις μαζί μου για ένα βράδι, να γίνεις ο αγγελιοφόρος μου; Το αγόρι διψάει τόσο πολύ, και η μητέρα του είναι τόσο λυπημένη".
"Δεν νομίζω ότι μου αρέσουν τα μικρά παιδιά", απάντησε το Χελιδόνι. "Πέρσι το καλοκαίρι που έμενα στον ποταμό, ήρθαν εκεί δυο αγενή αγόρια, τα παιδιά του μυλωνά, και μου πέταγαν πέτρες κάθε μέρα. Ποτέ δεν με πέτυχαν, φυσικά, τα χελιδόνια πετάμε πάρα πολύ καλά, άσε που κατάγομαι από οικογένεια που 'ναι διάσημη για την σβελτάδα. Αλλά όπως και να το πάρεις ήταν μια σοβαρή ένδειξη ασέβειας".
Αλλά ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας φάνηκε τόσο λυπημένος που το Χελιδονάκι το μετάνιωσε. "Κάνει πολύ κρύο εδώ", είπε, "αλλά θα μείνω μαζί σου για ένα βράδι και θα γίνω ο αγγελιοφόρος σου".
"Σ' ευχαριστώ, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας.
Έτσι λοιπόν το Χελιδόνι διάλεξε ένα μεγάλο ρουμπίνι από το σπαθί του Πρίγκιπα και πέταξε κουβαλώντας το στο ράμφος του πάνω απ' τις σκεπές της πόλης.
Πέρασε πάνω από το καμπαναριό, που ήταν στολισμένος με λευκούς αγγέλους από μάρμαρο. Πέρασε πάνω από το παλάτι και άκουσε την μουσική του χορού. Μια όμορφη κοπέλα βγήκε στην βεράντα με τον αγαπημένο της. "Τι υπέροχα που είναι τα αστέρια", της είπε, "και τι υπέροχη που είναι η αγάπη!"
"Ελπίζω το φόρεμά μου να είναι εγκαίρως έτοιμο για τον Βασιλικό Χορό", του απάντησε εκείνη, "παρήγγειλα να το κεντήσουν με λουλούδια του πάθους αλλά η ράφτρα είναι τόσο τεμπέλα".
Πέταξε πάνω από τον ποταμό και είδε τα φανάρια να κρέμονται απ' τους ιστούς των πλοίων. Πέρασε πάνω από το Γκέτο, και είδε γέρους Εβραίους να κάνουν παζάρια και να ανταλλάσσουν χρήματα. Τέλος έφτασε στο φτωχόσπιτο και κοίταξε μέσα. Το αγόρι έτρεμε απ' τον πυρετό στο κρεβάτι του, και η μητέρα του είχε αποκοιμηθεί από την κούραση. Μέσα μπήκε και άφησε το μεγάλο ρουμπίνι στο τραπέζι δίπλα στη δαχτυλήθρα της. Μετά πέταξε απαλά γύρω από το κρεβάτι, ανέμισε τα φτερά του για να δροσίσει το μέτωπο του αγοριού. "Τι δροσιά που νιώθω". είπε το αγόρι, "μάλλον αναρρώνω" είπε, και βυθίστηκε σε ένα γαλήνιο ύπνο.
Στη συνέχεια το Χελιδόνι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα και του είπε τι είχε κάνει. "Παράξενο", παρατήρησε, "αλλά νιώθω πιο ζεστά τώρα, κι ας έχει τόσο κρύο".
"Είναι που έκανες μια καλή πράξη", είπε ο Πρίγκιπας. Και το Χελιδονάκι άρχισε να σκέφτεται και έπεσε να κοιμηθεί. Η σκέψη πάντα τον αποκοίμιζε.
Όταν ήρθε η μέρα πέταξε στο ποτάμι και έκανε μπάνιο. "Τι καταπληκτικό φαινόμενο", είπε ο Καθηγητής Ορνιθολογίας καθώς περνούσε τη γέφυρα. "Ένα χελιδόνι μες στο καταχείμωνο!" Κι έγραψε μια μεγάλη επιστολή σχετικά με το θέμα στην τοπική εφημερίδα. Όλοι στην πόλη παπαγάλιζαν φράσεις από την επιστολή, επειδή ήταν γεμάτη παράξενες λέξεις που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν.
"Απόψε πάω στην Αίγυπτο", είπε το Χελιδόνι, και είχε μεγάλα κέφια που το σκεφτόταν. Είχε πάει σε όλα τα δημόσια μνημεία, έκατσε μάλιστα πολύ ώρα πάνω στο καμπαναριό της εκκλησίας. Όποτε πήγαινε εκεί τα Σπουργίτια τιτίβιζαν και έλεγαν μεταξύ τους, "Τι εκλεκτός ξένος!" και το Χελιδόνι το απολάμβανε πολύ αυτό.
Όταν βγήκε το φεγγάρι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα. "Έχεις καμιά παραγγελία για την Αίγυπτο;" φώναξε, "τώρα ξεκινάω".
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "δε θα μείνεις μαζί μου άλλο ένα βράδυ;"
"Με περιμένουν στην Αίγυπτο", απάντησε το Χελιδόνι. "Αύριο οι φίλοι μου κι εγώ θα πετάξουμε στον Δεύτερο Καταράκτη. Ο ιπποπόταμος ζαρώνει εκεί ανάμεσα στα βούρλα, και στο μεγάλο θρόνο από γρανίτη κάθεται ο Θεός Μέμνων. Όλη την νύχτα κοιτάει τα αστέρια, και όταν το πρωινό αστέρι λάμψει, βγάζει μια κραυγή χαράς και μετά μένει ήσυχος. Το μεσημέρι, τα κίτρινα λιοντάρια έρχονται στην άκρη του νερού για να πιουν. Τα μάτια τους μοιάζουν με πράσινο βήρυλλο και ο βρυχηθμός τους είναι πιο δυνατός απ' την βουή του καταρράκτη.
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "μακριά στην πόλη βλέπω ένα νεαρό άντρα σε μια άθλια σοφίτα. Σκύβει πάνω από ένα γραφείο γεμάτο χαρτιά και σε ένα ποτήρι δίπλα του, έχει ένα μπουκέτο μαραμένες βιολέτες. Τα μαλλιά του είναι καστανά και κατσαρά, τα χείλη του είναι κόκκινα σαν τη ροδιά, κι έχει μεγάλα ονειροπόλα μάτια. Προσπαθεί να τελειώσει ένα θεατρικό για τον Σκηνοθέτη του Θεάτρου, αλλά έχει παγώσει και του είναι αδύνατο να γράψει πλέον. Δεν έχει φωτιά στο τζάκι και η πείνα τον έχει μισολιπόθυμο".
"Θα περιμένω μαζί σου για άλλη μια νύχτα", είπε το Χελιδόνι που στ' αλήθεια ήταν καλόκαρδο. "Να του πάω άλλο ένα ρουμπίνι;"
"Αλίμονο! Δεν έχω άλλο ρουμπίνι πια", είπε ο Πρίγκιπας, "μόνο τα μάτια μου, μου έχουν μείνει. Είναι φτιαγμένα από σπάνια ζαφείρια, που τα έφεραν από την Ινδία πριν χίλια χρόνια. Βγάλε το ένα τους και πάν' το σ' εκείνον. Θα το πουλήσει στον κοσμηματοπώλη και θα αγοράσει φαγητό και καυσόξυλα, για να τελειώσει το θεατρικό του".
"Καλέ μου Πρίγκιπα, δεν μπορώ να το κάνω αυτό", είπε το Χελιδόνι κι άρχισε να κλαίει.
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "κάνε όπως προστάζω".
Έτσι το Χελιδόνι έβγαλε το ένα ζαφειρένιο μάτι του Πρίγκιπα και πέταξε στη σοφίτα. Ήταν πολύ εύκολο να μπει μέσα, επειδή είχε μια τρύπα στη στέγη. Χίμηξε μέσα απ' την τρύπα και βρέθηκε στο δωμάτιο. Ο νεαρός είχε καλύψει το κεφάλι του με τα χέρια του απελπισμένος, και δεν άκουσε το φτερούγισμα του πουλιού, μα όταν σήκωσε το βλέμα του βρήκε το πανέμορφο ζαφείρι ανάμεσα στις μαραμένες βιολέτες.
"Άρχισαν να με εκτιμούν", είπε, "αυτό είναι από κάποιον μεγάλο θαυμαστή μου. Τώρα μπορώ να ολοκληρώσω το θεατρικό μου", και φαινόταν κάμποσο χαρούμενος.
Την άλλη μέρα το Χελιδόνι πέταξε στο λιμάνι. Στάθηκε στο κατάρτι ενός μεγάλου σκάφους και παρακολούθησε τους ναυτικούς που έβγαζαν με σχοινιά μεγάλα κιβώτια από το αμπάρι. "Φεύγω για Αίγυπτο!" φώναξε το Χελιδόνι, μα κανείς δεν νοιάστηκε, και όταν βγήκε το φεγγάρι πέταξε πίσω στον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα.
"Ήρθα να σε αποχαιρετήσω", του φώναξε.
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "δε θα κάτσεις μαζί μου άλλη μια νύχτα;"
"Είναι χειμώνας", απάντησε το Χελιδόνι, "και σύντομα το κρύο του χιονιού θα φτάσει κι εδώ. Στην Αίγυπτο ο ήλιος είναι ζεστός πάνω στους πράσινους φοίνικες, και οι κροκόδειλοι στέκονται νωχελικά στη λάσπη. Οι σύντροφοί μου φτιάχνουν φωλιά στον Ναό του Μπααλμπέκ και τα μωβ και τα λευκά περιστέρια τους παρακολουθούν και γουργουρίζουν το ένα στο άλλο. Καλέ μου Πρίγκιπα, πρέπει να σε αφήσω, μα δε θα σε ξεχάσω ποτέ και την επόμενη άνοιξη θα επιστρέψω με δυο πανέμορφους πολύτιμους λίθους για να αντικαταστήσουμε αυτούς που χάρισες. Το ρουμπίνι θα 'ναι πιο κόκκινο απ' το κόκκινο τριαντάφυλλο και το ζαφείρι θα ναι μπλε σαν τον ωκεανό".
"Στην πλατεία εκεί κάτω", είπε ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, "στέκει ένα κοριτσάκι που πουλάει σπίρτα. Της έπεσαν τα σπίρτα κάτω, βραχήκαν και χαλάσαν όλα. Δεν έχει παπούτσια ή κάλτσες και το κεφαλάκι της είναι χωρίς σκουφάκι. Βγάλε και το άλλο μάτι μου και δώσ' της το, έτσι θα γλυτώσει το ξύλο απ' τον πατέρα της".
"Θα μείνω μαζί σου άλλη μια νύχτα", είπε το Χελιδόνι, "αλλά δεν μπορώ να σου βγάλω το μάτι. Θα είσαι εντελώς τυφλός μετά".
"Χελιδόνι, Χελιδόνι, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "κάνε όπως προστάζω".
Έτσι έβγαλε και το δεύτερο μάτι του Πρίγκιμα και πέταξε με ορμή. Με μια βουτιά πέρασε δίπλα απ' το κοριτσάκι με τα σπίρτα και άφησε τον πολύτιμο λίθο στην παλάμη της. "Τι όμορφο γυαλάκι", είπε το κοριτσάκι κι έτρεξε σπίτι της γελώντας.
Το Χελιδόνι γύρισε τότε στον Πρίγκιπα. "Είσαι τυφλός τώρα", είπε, "και θα μείνω μαζί σου να σε προσέχω".
"Όχι, Χελιδονάκι", είπε ο καϋμένος Πρίγκιπας, "πρέπει να φύγεις για την Αίγυπτο".
"Θα μείνω μαζί σου για πάντα, να σε προσέχω", είπε το Χελιδόνι και κοιμήθηκε στα πόδια του Πρίγκιπα.
Όλη την επόμενη μέρα κάθισε στον ώμο του Πρίγκιπα και του είπε ιστορίες από μακρινούς παράξενους τόπους. Του είπε πόσο κόκκινος είναι ο ίβις, που στέκεται σε σειρές με τους φίλους του στον Νείλο και πιάνουν τα χρυσόψαρα με τα ράμφη τους, για την Σφίγγα, που είναι παλιά όσο κι ο κόσμος, ζει στην έρημο και ξέρει τα πάντα, για τους εμπόρους που προχωρούν αργά δίπλα στις καμήλες τους και κρατούν κόκκινα κορδόνια στα χέρια τους, για τον Βασιλιά των Βουνών της Σελήνης, που είναι μαύρος σαν τον έβενο και λατρεύει ένα μεγάλο κρύσταλο, για ένα μεγάλο πράσινο φίδι που κοιμάται σε ένα φοινικόδεντρο και έχει είκοσι ιερείς που το ταΐζουν με κερύθρα, και για τους Πυγμαίους που ταξιδεύουν πάνω σε μεγάλα πλατιά φύλλα σε μια λίμνη και έχουν πάντοτε πόλεμο με τις πεταλούδες.
"Αγαπημένο μου Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "μου λες θαυμαστές ιστορίες, αλλά πιο θαυμαστό απ' όλα είναι πόσο υποφέρουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Η Δυστυχία είναι το μεγαλύτερο Μυστήριο. Πέταξε πάνω από την πόλη μου, Χελιδονάκι, και πες μου τι θα δεις".
Έτσι το Χελιδόνι πέταξε πάνω απ' τη μεγάλη πόλη και είδε τους πλούσιους να γιορτάζουν στα όμορφα σπίτια τους, ενώ οι ζητιάνοι έστεκαν έξω από τους φράχτες των κήπων τους. Πέταξε σε σκοτεινά σοκάκια και είδε τα λευκά προσωπάκια παιδιών που πεινούσαν, κοιτάζοντας άτονα τους μαύρους δρόμους. Κάτω από το τόξο μια γέφυρας είδε δυο αγοράκια που είχαν ξαπλώσει αγκαλιασμένα για να ζεσταθούν. "Αχ πόσο πεινούμε!" μονολογούσαν. "Απαγορεύεται να ξαπλώνετε εκεί", φώναξε ο Φύλακας και απομακρύνθηκε στην βροχή.
Μετά επέστρεψε στον Πρίγκιπα και του διηγήθηκε όσα είχε δει.
"Είμαι επιχρυσωμένος με φύλλα από ατόφιο χρυσάφι", είπε ο Πρίγκιπας, "πρέπει να τα βγάλεις ένα-ένα, και να τα δώσεις στους φτωχούς μου. Οι ζωντανοί πάντα νομίζουν ότι ο χρυσός μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους".
Φύλλο το φύλλο, το Χελιδόνι έβγαζε το χρυσάφι μέχρι που ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας έμοιαζε αρκετά μουντός και γκρίζος. Φύλλο-φύλλο τα έδινε στους φτωχούς και τα πρόσωπα των παιδιών έγιναν πιο ροδαλά και γελούσαν παίζοντας στους δρόμους. "Έχουμε ψωμί να φάμε!" φώναζαν.
Κατόπιν ήρθε το χιόνι, και μετά το χιόνι ήρθε ο παγετός. Οι δρόμοι έμοιαζαν λες κι ήταν από ασήμι, λαμπεροί και γυαλιστεροί. Μεγάλοι παγοκρύσταλλοι σαν κρυστάλλινα ξιφίδια κρεμόντουσαν απ' τις στέγες των σπιτιών, όλοι τριγύριζαν φορώντας γούνες και τα αγοράκια φορούσαν κόκκινα σκουφιά και έκαναν πατινάζ στον πάγο.
Το καϋμένο Χελιδονάκι κρύωνε όλο και πιο πολύ, αλλά δεν άφηνε τον Πρίγκιπα, τον αγαπούσε πάρα πολύ. Μάζευε ψίχουλα έξω απ' τον φούρνο και όταν δεν έβλεπε ο φούρναρης προσπαθούσε να ζεσταθεί χτυπώντας τις φτερούγες του.
Μα στο τέλος κατάλαβε ότι θα πέθαινε. Είχε δύναμη ίσα-ίσα να πετάξει ως τον ώμο του Πρίγκιπα για μια τελευταία φορά. "Αντίο καλέ μου Πρίγκιπα!", μουρμούρισε, "μπορώ να φιλήσω το χέρι σου;"
"Χαίρομαι που θα πας τελικά στην Αίγυπτο, Χελιδονάκι", είπε ο Πρίγκιπας, "έμεινες πάρα πολύ καιρό, αλλά φίλησέ με στα μάγουλα επειδή σε αγαπώ".
"Δεν πάω στην Αίγυπτο", είπε το Χελιδόνι, "πάω στον Οίκο του Θανάτου. Ο Θάνατος είναι ο αδελφός του Ύπνου, έτσι δεν είναι;"
Φίλησε τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα στα μάγουλα και έπεσε νεκρό στα πόδια του.
Εκείνη τη στιγμή ένας παράξενος ήχος ακούστηκε μέσα στο άγαλμα, σαν να σπάει κάτι. Η μολυβένια καρδιά του Πρίγκιπα είχε σπάσει στα δύο. Σίγουρα ήταν φοβερά δυνατός ο παγετός.
Νωρίς το επόμενο πρωί ο Δήμαρχος προχωρούσε στην πλατεία, συντροφιά με τους Δημοτικούς Συμβούλους. Καθώς περάσαν από το βάθρο κοίταξαν ψηλά το άγαλμα: "Συμφορά! Πώς ξέπεσε έτσι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας!" είπε.
"Ξέπεσε πολύ!" φώναξαν και οι Δημοτικοί Σύμβουλοι, που πάντοτε συμφωνούσαν με τον Δήμαρχο και κοιτούσαν το άγαλμα.
"Το ρουμπίνι έπεσε απ' το σπαθί του, τα μάτια του λείπουν και ο χρυσός έχει χαθεί", είπε ο Δήμαρχος, "μάλιστα, έχει τα ίδια χάλια με τους ζητιάνους!"
"Τα ίδια χάλια με τους ζητιάνους", είπαν οι Δημοτικοί Σύμβουλοι.
'Έχει κι όλας ένα νεκρό πουλί δίπλα στα παπούτσια του!" συνέχισε ο Δήμαρχος. "Πρέπει να εκδώσουμε μια δημόσια διακήρυξη ότι τα πουλιά δεν επιτρέπεται να πεθαίνουν εδώ". Και ο Γραμματέας του Δήμου σημείωσε την πρόταση.
Έτσι γκρέμισαν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα. "Αφού δεν είναι πια όμορφος, δεν είναι πια χρήσιμος", είπε ο Καθηγητής Καλών Τέχνων στο Πανεπιστήμιο.
Μετά έλιωσαν το άγαλμα σε μια υψικάμινο και ο Δήμαρχος συνεδρίασε με το Σώμα για να αποφασιστεί τι θα κάνουν το μέταλλο. "Πρέπει να φτιάξουμε άλλο άγαλμα, φυσικά", είπε, "και θα είναι ένα άγαλμα δικό μου".
"Δικό μου", είπε κάθε μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και μαλώσαν μεταξύ τους. Τελευταία φορά που τους άκουσα, ακόμα μαλώνανε.
"Τι παράξενο πράγμα!" είπε ο επόπτης των εργατών στο χυτήριο. "Αυτή η σπασμένη καρδιά από μολύβι δεν λιώνει στην υψικάμινο. Πρέπει να την ξεφορτωθούμε". Έτσι την πέταξαν σε μια σκονισμένη στοίβα που είχαν πετάξει και το νεκρό Χελιδόνι.
"Φέρε μου τα δυο πολυτιμότερα πράγματα της πόλης", είπε ο Θεός σε έναν από τους Αγγέλους Του, και ο Άγγελος Του έφερε την μολυβένια καρδιά και το νεκρό πουλί.
"Διάλεξες σωστά", είπε ο Θεός, "επειδή στον κήπο μου του Παραδείσου αυτό το μικρό πουλί θα κελαηδάει για πάντα και στη χρυσή μου πόλη ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας θα με δοξάζει."


