Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ' εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ' ετρέμανε μες στη φωνή -- και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες -- πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν· πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1918)
*σαν είδα για πρώτη φορά τον άνδρα τούτο, έργο του εικαστικού Νίκου Κυρίτση, "έτσι την ομορφιάν πολύ ατένισα" . Εκφραστικά όμορφος ο νέος άνδρας, με μιαν γήινη ομορφιά κι ένα σώμα η πλαστικότητα του οποίου έχει την χαρακτηριστική ιδιότητα να το κάνει οικείο και συνάμα απόκοσμο. Ο νέος τούτος άνδρας, μοιάζει σα να διαβάζει τις σκέψεις μου. Σκέψεις που έρχονται και ξανάρχονται όσο κι αν προσπαθώ να τις αποφύγω. Κι
οι αντιθέσεις κι οι φωτεινές ταμπέλες από νέον να αναβοσβήνουν μέσα
μου, θυμίζοντάς μου πως ο δρόμος που διαλέγουμε δεν είναι εύκολος, πως
θέλει κότσια, πως δε θα είμαστε πάντα νέοι, πως ποτέ δε θα συμβιβαστείς
με τη φοβία της μοναξιάς... κι άλλα κι άλλα πολλά φωνάζει ο εαυτός μου
στο είναι μου... Ξεγελάς πρόσκαιρα τον ίδιο σου τον εαυτό, χαμογελάς,
δεν αφήνεις τον εαυτό σου ούτε μια στιγμή να φανεί αδύναμος ή έστω να
καταλάβει κάποιος άλλος τις σκέψεις τούτες. Η ζωή είναι
στιγμές, στιγμές από όσα έχουμε ζήσει, στιγμές που έρχονται στη μνήμη
όσο να ανάψει το φανάρι και να ακουστεί το επόμενο τραγούδι. Το φανάρι γίνεται πράσινο, ξεκινάς πάλι. Αφήνεις πίσω όσα δεν πρόλαβες να τακτοποιήσεις, όσα άτσαλα ξεπήδησαν. "Είσαι το Σειριάκι μου, λίγο πιο μεγάλο, λίγο πιο ταλαιπωρημένο,
περισσότερο προβληματισμένο, αλλά το ίδιο θαρραλέο με μία μικρή δόση
μελαγχολίας και με μια μεγαλύτερη αισιοδοξίας. Ήλιος δηλαδή
μισοκρυμμένος πίσω από ένα μικρό συννεφάκι."
Πίσω από τις τριανταφυλλιές, λοιπόν, πίσω από την ομορφιά υπάρχει κι η ακεφιά...
ΚΑΛΗΝΕΡΓΑΤΙΚΗ,
ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ, ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!
"ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή,
για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ... Θεέ μου, πρωτομάστορα, μ' έχτισες μέσα στα βουνά Θεέ μου, πρωτομάστορα, μ΄έκλεισες μες στη θάλασσα"
Να περνάτε καλά, να χαμογελάτε όσο περισσότερο μπορείτε και να θυμάστε ότι οι αγώνες κρίνονται στα πεδία των μαχών. Κι αν τύχει να χάσετε, να θυμάστε ότι όποιος σηκώνετε προχωρά, όποιος μένει κατάχαμα χάνει κάθε άλλη ευκαιρία. Θαρρώ πως η Πρωτομαγιά, οι συμβολισμοί κι οι αγώνες της χρόνο με το χρόνο είναι περισσότερο επίκαιροι.
Μες του Μαγιού τις μυρωδιές... 29-04-2011 σε ένα χωριουδάκι της ορεινής Ναυπακτίας...
χαμένος στα χρώματα κ τα αρώματα μιας οδηγητικής περιπλάνησης τραβήχτηκε από εμένα αποκλειστικά για τούτο το μπλογκ, έχοντας κατά νου την αντίστοιχη επετειακή ανάρτηση
"Πως οι ζωές των ανθρώπων μπλέκονται, όπως τα νήματα σε ένα πολύχρωμο χαλί με περίτεχνο σχέδιο;
Ποιος αποφασίζει για το στημόνι και το υφάδι του, ποιος κανονίζει πότε οι κλωστές θα ανταμωθούν και πότε θα χωρίσουν;
Ποιος τέλος πάντων, κινεί αενάως το χέρι της αιώνιας υφάντρας;"
Μου γράφεις πως περνάει ο καιρός, περνάει πολύ γρήγορα, πιο γρήγορα από όσο τον ορίζουμε. Δε σου απαντάω τίποτε, σφυρίζω αδιάφορα... Πράγματι, περνάει γρήγορα, μας συνθλίβει και μας ζητάει απαντήσεις σε όσα έρχονται. Σαν να παίζεις ένα διαρκές κυνηγητό, αν σταματήσεις λίγο θα σε πιάσουν. Συνεχίζεις να τρέχεις, να τρέχω, κουραζόμαστε, ξαποσταίνουμε και συνεχίζουμε. Πρέπει να συνεχίσεις, πρέπει να συνεχίσω...
Συνεχίζω, πρώτο πρόσωπο, ενικός αριθμός! Μήπως τελικά πάντα είναι ενικός στις ζωές μας; Μονάχοι γεννιόμαστε και μονάχοι καταλήγουμε είναι το μόνο βέβαιο. Στο μεσοδιάστημα ζούμε ελπίζοντας να αγαπήσουμε, να δώσουμε (κι επειδή είμαστε ματαιόδοξοι) και να λάβουμε...
Βάδιζα μόνος χτες, ίσαμε που νύχτωσε, στην αμμουδιά. Σκεφτόμουν διάφορα από εκείνα που έχουν συμβεί έναν χρόνο πριν. Τέτοιες μέρες πέρσι ένας υψηλός πυρετός με είχε κατατρομάξει κι ήσουν κοντά μου, στο προσκεφάλι μου, στο ράντζο του διαδρόμου... κι έπειτα το τάμα που έκανα κρυφά μέσα μου κι η υπόσχεση να το τηρώ δεν ξεστομίστηκε πουθενά. Σοφία - Πίστη - Ελπίδα τρεις λέξεις, μιαν αδιαίρετη αλήθεια και δύναμη κρυφή. Πως να έχεις ελπίδα, αν δεν έχεις πίστη όχι απόλυτα στο Θεό, αλλά στη δύναμη της Σοφίας...
Περπατούσα και δεν κοιτούσα πίσω, άφηνα τα κύματα να σβήνουν τα χνάρια που άφηνα στην άμμο. Έκατσα σε ένα βράχο και κοίταζα την πόλη με τα φώτα που δειλά άρχιζαν να ανάβουν. Νύχτωνε, νυχτώνει νωρίς τώρα... ασυναίσθητα άρχισα να μουρμουρίζω το στίχο "Για μας είναι ο Σεπτέμβρης καλοκαίρι, Σεπτέμβρη σου είχα πει πως σε αγαπώ...". Πάντα λάθος βάζω τους στίχους στο τραγούδι τούτο. Κι ύστερα το επαναλάμβανα διαρκώς μέσα μου, κρατώντας το ρυθμό, όση ώρα καθόμουν εκεί.
Βγήκε το φεγγάρι, λαμπρό, έτοιμο σχεδόν για την πανσέληνο. Ο νοτιάς χτυπούσε το πρόσωπό μου, με γλυκιά δύναμη, τόση που σε έκανε να μισοκλείνεις τα μάτια σου... αίσθηση αγαπημένη, να αφήνεις την αρμύρα να σε χαϊδεύει. Κι έπειτα, άρχισα να χαμογελάω σκεπτόμενος το "όνειρο" που σκαρώσαμε σε μιαν άλλη αμμουδιά. Ένα οικόπεδο, με τροχόσπιτο κι αντίσκηνο κι ένα μπάρμπεκιου(!) που θα μαζεύει τα σαββατοκύριακα τις μελλοντικές οικογένειές μας. Εκεί πλάι στο κύμα, στα οικόπεδα που πουλούσε κάποτε "σε πολύ καλές τιμές η Μαθηματική Εταιρία", αλλά εμείς δεν προλάβαμε... Εκεί σε εκείνη την αμμουδιά της Αιτωλοακαρνανίας, με το μεγάλο απότομο βράχο, ήταν σαν να παίχτηκε η τελευταία πράξη από ένα μονόπρακτο ή να σα βάλαμε τον επίλογο της πορείας προς την ενηλικίωσή μας. Δεν ξέρω κι εγώ πως άφησα τον εαυτό μου να περιπλανηθεί σε εκείνο το όνειρο, σχεδόν το πίστεψα όση ώρα το συζητούσαμε...
Κι αν τύχει να
ακούσετε από κάποιον γνωστό σας την έκφραση «Ε, που ταξιδεύεις…; Πιάσε Γη,
γιατί έχεις φύγει…», σίγουρα θα είναι από εκείνους που επιμένουν να μας διδάσκουν το
κάπως ύποπτο "Επιστροφή στη Γη" λησμονώντας πως ο άνθρωπος από τη φύση του
ανέκαθεν βιώνει τη νοσταλγία των «Ουρανών» από τα εφηβικά του χρόνια.
Και θα ολοκληρώσω αυτό το σύντομο συλλογισμό μου μ’ ένα θαυμαστό ποίημα του
Σαχτούρη, που αποκαλύπτει τη μόνη αλήθεια μας, με τρόπο καθοριστικό:
Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια
φρατζόλα ζεστό
ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον
ουρανό
Ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι
και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω
όμως και μια μικρή, ένας μικρός
άσπρος άγγελος κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
Κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή,
λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο
που μοίραζε ουρανό…
Ας μη το κρύβουμε, διψάμε για
ουρανό!
Συνεχίζουμε; Πρώτο πρόσωπο, πληθυντικός αριθμός! Πάντα μου πήγαινε περισσότερο, ίσως γιατί θέλει Σοφία - Πίστη - Ελπίδα (ίσως κι ένα τάμα) για να μπορέσει κανείς να βάλει πιο πίσω το εγώ και πιο μπροστά το εμείς.
Σε ρωτάω, συνεχίζουμε; Εδώ η απάντηση είναι ακόμη πιο δύσκολη κι ο νοών νοείτω... Ποιος τέλος πάντων, κινεί αενάως το χέρι της αιώνιας υφάντρας...;
Θυμήσου το Σεπτέμβρη...
Κι ήρθε το κύμα και έσβησα τα πρώτα για στοιβαχτούν τα επόμενα και ξανά τα επόμενα...
Πολλά χαιρετίσματα σε όλους! Ελπίζω να είστε όλοι γεροί και δυνατοί!
Εσύ κι εγώ κι οι δρόμοι, το φως δε λέει συγγνώμη, τρέμει, χαράζει κι ανασταίνεται, μάτια που κλαίτε μ' αρρωσταίνετε ζητώντας τ' όνειρο μια ζωή παραμύθι κι όνειρο.
Κλειδί που σπάει στη μέση η λογική μου κι η τρέλα μου μια μολυβιά στη φανέλα μου την Κυριακή σαν ξυπνήσω γέλα μου, -φοβάμαι φως μου- μ' ένα σώμα μια ψυχή δίδυμος γκρεμός η ενοχή.
Εμείς οι δυο κι οι φόβοι ψωμί ζεστό που κόβει ένας εργάτης κάπου απέναντι όσα σου δίνω είναι έναντι σε κάποια πρέπει μου μια ζωή να χωράει στη τσέπη μου.
Πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από μιαν εκδρομή, λίγο πριν το φετινό Δεκαπενταύγουστο. Κυριακή, Κυριακή των πολλών, Κυριακή των στιγμών, Κυριακή με απόβροχο κι ουρανό καθάριο...
Ο δρόμος ίσως να έχει τέλος. Το μόνο παρήγορο είναι πως δεν ορίζουμε εμείς τη διάρκειά του....
Τα παραθύρια λουσμένα στα χρώματα άλλοτε του υπέρλαμπρου ήλιου κι άλλοτε στο φως του φεγγαριού. Όπως εδώ πέρσι....
Οι στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου. Χάρισμα στη στιγμή εκείνη που ακούγοντάς το στο Δεύτερο, ίσαμε να ανάψει το κόκκινο φανάρι, στάθηκε δίπλα μου ένα όχημα με δυο νεαρού που στην ίδια συχνότητα όντας όπως κι εγώ, το τραγουδούσαν κι ο ένας εξ αυτών έκλαιγε.
Ανακατατάξεις, αλλαγές και προσπάθεια να συνηθίσω την του παρόντος χρόνου κατάσταση. Άνθρωποι οικείοι φεύγουν άλλοτε για πολύ, άλλοτε για λίγο... το άσχημο από μιαν ηλικία κι έπειτα είναι ότι μπορείς να (προ)βλέπεις όσα θα ακολουθήσουν στη ζωή σου, σαν να κοιτάς μέσα από μια διαφάνεια. Ξέρεις τι ακολουθεί, απλά περιμένεις την επιβεβαίωση... ρεαλιστής ε; Πιθανόν...
Κι οι ανεμώνες στο βάζο δίπλα από το κρεβάτι μου θυμίζουν πως πριν μερικά χρόνια, σε
ένα ταξίδι, είχα βρει μιαν εξαιρετικά καλαίσθητη ακουαρέλα με λιλά
ανεμώνες την οποία δεν αγόρασα εξαιτίας του υψηλού κόστους της. Ένα ολόκληρο
βράδυ δεν είχα κοιμηθεί παλεύοντας να κάνω τον εαυτό μου να υπακούσει
στη λογική (ότι ήταν πανάκριβο το έργο κι αν το αγόραζα θα στερούμουν για καιρό άλλα πράγματα)
κι όχι στον ενθουσιασμό μου. Κι όταν το πρωί κατέληξα ότι θα έπρεπε να
αγοράσω την ακουαρέλα (!!!), πηγαίνοντας στο μαγαζί το έργο είχε
πωληθεί. Έτσι εκείνη η ακουαρέλα έχει μείνει στην ψυχή μου…
Η οικονομική κρίση με έχει αλλάξει, όπως κ τις ζωές πολλών άλλων. Δε διαφέρω από τους πολλούς άλλωστε! Συνήθειες απλές, μικρές πολυτέλειες για τον εαυτό μας όπως η χρήση της αστικής συγκοινωνίας είναι σχεδόν απαγορευτική. Που φτάσαμε... να λέμε ατομική πολυτέλεια τη χρήση αστικής συγκοινωνίας... κόβω από εδώ, κόβω από εκεί και στο τέλος δε μένει τίποτε...
Μένει η αξιοπρέπεια,μένει η ευγένεια, μένει το χαμόγελο, μένει η ελπίδα πως αύριο όλα θα είναι καλύτερα... Μένει η ομορφιά που υπάρχει γύρω μας στα μικρά, στα όμορφα χρώματα, μένει το άδολο χάδι και μιαν αγκαλιά, μένει η αγάπη κι όσα έχουμε ζήσει, μένει η βόλτα πλάι στη θάλασσα κι ένα καράβι που σε παίρνει...
Ακόμα σα γυμνή αστραπή με καίει ακόμα το τραγούδι…
Η ανάσα μου σκορπίζεται στην ερημιά του ματωμένου
ανέμου
κι είμαι όλος θύελλα και λυγμός βλέποντας το γυμνό σου
πρόσωπο
να βγαίνει απ’ τη σιωπή σα φωτεινό μαργαριτάρι που
αναδύεται από θάλασσες σπάνιες…
Στα χέρια σου ζυγιάζομαι και γίνομαι
θρύλος μιας μακρινής φωτιάς
που μες απ’ την απόσταση
ανάβει την ελπίδα.
Seirios
*Μουσικό θέμα από την ταινία "Το ταγκό των Χριστουγέννων". Από τις ελάχιστες ταινίες που είδα την περίοδο των γιορτών και δε σχολίασα. Βγαίνοντας από την κινηματογραφική αίθουσα ένιωσα σαν κάποιος να είχε δει τη ζωή μου...Ο μήνας αλλάζει κι οι ζωές μας το ίδιο. Σαν να μπήκε βιαστικά μιαν άνω τελεία, αλλά η συνέχεια βρίσκεται στην επόμενη σελίδα, την καθάρια. Δε χανόμαστε, σύμφωνοι;
Η Suzanneσε παίρνει στο μέρος της, πλάι
στον ποταμό…
Από εκεί, μπορείς να ακούσεις τα καράβια να
περνούν
κι αν θες, μπορείς να περάσεις τη νύχτα μαζί της…
Μολονότι γνωρίζεις πως είναι πλανεύτρα,
τούτο είναι που σε κάνει να θες να μένεις κοντά της…
Κι εκείνη σου προσφέρει τσάι και πορτοκάλια
όλα προερχόμενα από την μακρινή Κίνα.
Και όταν βρίσκεις το θάρρος να της πεις
πως δεν έχεις αγάπη να της χαρίσεις
εκείνη σε παίρνει με το μέρος της
κι αφήνει το ποτάμι να απαντήσει
πως ήσουνα παντοτινά δικό της …
Και θες να την εμπιστευτείς, θες να ταξιδεύεις
μαζί της…
Θες να ταξιδέψεις μαζί της στα τυφλά, όπου σε
οδηγήσει…
Γιατί άγγιξες το τέλειο σώμα της με το μυαλό σου.
Κι ο Χριστός ήταν ένας ναυτικός, όταν περπάτησε
πάνω στο νερό
Και πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα
παρατηρώντας τους ανθρώπους απ’ τον μοναχικό του
ξύλινο πύργο
Μα η σοφία του βουλιάζει μέσα μας σαν πέτρα στο
νερό…
«Όλοι οι άνθρωποι θα είναι ναυτικοί έως ότου η
θάλασσα κατορθώσει να τους ελευθερώσει»
Και θες να τον εμπιστευτείς, θες να ταξιδεύεις
μαζί του…
Θες να ταξιδέψεις μαζί του στα τυφλά, όπου σε
οδηγήσει…
Γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα σου με το μυαλό του.
Όμως τώρα η Suzanneσε
παίρνει απ’ το χέρι
οδηγώντας σε και πάλι πλάι στον ποταμό…
Φοράει κουρέλια και φτερά αγγέλων
όπως εκείνοι που εμφανίζονται στα πεδία των μαχών…
Σου φανερώνει τη σοφία της «όλα βασίζονται στην
αγάπη» …
Και θες να την εμπιστευτείς, θες να ταξιδεύεις
μαζί της…
Θες να ταξιδέψεις μαζί της στα τυφλά, όπου σε
οδηγήσει…
Ο ήλιος μας ζεσταίνει με τις χρυσές ακτίνες μου
κι η Suzanneκρατώντας τον καθρέπτη της μας δείχνει
κατά που να κοιτάξουμε…
Υπάρχουν όμορφα πράγματα κι εκεί που δε το
περιμένουμε…
Ελεύθερη Απόδοση
Seirios
Σχόλασα από τα μαθήματα της μέρας
κι άρχισα έναν μεγάλο περίπατο στην πόλη. Από τη μιαν άκρη βρέθηκα περπατώντας
μονάχος στην άλλη, χαμένος σχεδόν στις σκέψεις μου. Σταμάτησα στην προκυμαία
κρατώντας στο χέρι ένα παγωτό, ακούμπησα τα χέρια μου στα κάγκελα κι έμεινα να
ατενίζω τη θάλασσα. Ανοιξιάτικη βραδιά η αποψινή από εκείνες που εύχεσαι μέσα
σου να μην τελειώσουν ποτέ. Το κινητό ήχησε, δεν απάντησα στο μήνυμα παρότι με
αναζητούσαν. Ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε, τα μάτια μου να βαραίνουν επικίνδυνα,
ένα βουβό παράπονο να με πνίγει. Προσπάθησα να αλλάξω σκέψη, να σκεφτώ κάτι ευχάριστο
και σε έφερα στο νου μου… κι άξαφνα στάλες τα δάκρυα άρχισαν να πέφτουν από τα
μάτια μου. Το τηλέφωνο ήχησε ξανά, επίμονα αυτή τη φορά. «Νααιι», «Που είσαι,
έχω ανησυχήσει, γιατί δεν απάντησες στο μήνυμα; κλαις;». «Όχι πως σου ήρθε
τέτοια σκέψη; θα γυρίσω σε λίγο, πήγα να περπατήσω, μην ανησυχείς». Και πριν
καλά καλά κλείσω το τηλέφωνο άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. Κι έπειτα ένιωσα
μιαν ανακούφιση που όμοιά της είχα καιρό να αισθανθώ.
Το έχω συνήθειο, να μη λέω στους οικείους
μου όσα με βαραίνουν. Δε θέλω να τους γίνομαι… αφήνω μερικά «παράθυρα» ανοιχτά,
αν δουν μέσα έχει καλώς… αλλιώς απλά συνεχίζω… έτσι μπορείς να με δεις να
διασκεδάζω, να κουβεντιάζω, να γυρίζω, να καταπιάνομαι με χίλια δυο (πάντα στον
υπερθετικό βαθμό) όμως όσα περισσότερα κάμνω τόσα περισσότερα θέλω να «κρύψω».
[στρουθοκαμηλίζω, είναι βέβαιο]
Κι όσο επέστρεφα προς τη συντροφιά
μου και τη ζεστασιά του σπιτικού μου, λυτρωμένος κι απαλλαγμένος από όσα είχα σωρεύσει
μέσα μου άκουγα σε διαρκή επανάληψη τη Suzanneτου LeonardCohen, με την λυρικότατη φωνή της
Collins. Κι άξαφνα σα να άκουσα τη Suzanneνα μου φωνάζει από το
απέναντι πεζοδρόμιο, κρατώντας το μεγάλο καθρέπτη της «Σείριε, υπάρχουν όμορφα
πράγματα κι εκεί που δε το περιμένουμε! Κοίτα μέσα στον καθρέπτη…»
Ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου
μου, βρήκα στο βάζο ένα μπουκέτο με πολύχρωμες νεραγκούλες κι ένα σημείωμα που
έγραφε λιτά «Τις είδα, σε σκέφτηκα, τις πήρα. Σου
αρέσουν;»
Με μιας έβαλα τα κλάματα για ακόμη
μια φορά… πόσο σκάρτος είμαι όταν δε μοιράζομαι σκέψεις κ συναισθήματα, πόσο
εγωιστής που δεν αφήνω να βλέπουν οι πιο δικοί μου άνθρωποι τα αισθήματά μου
την ώρα που εκείνοι με κάθε τρόπο φροντίζουν για το αντίθετο… ακόμη ένα πάθημα
από τα πολλά που θα πρέπει να μου γίνει μάθημα!
*η φωτογραφία είναι δική μου, τραβηγμένη κάπου, κάποτε... στο κέντρο της Άνω Πόλης...(αν κάνεις κλικ πάνω της θα τη δεις καθάρια... δεν ξέρω γιατί είναι θολή... σχεδόν μυωπική!) Η παρούσα ανάρτηση αφιερώνεται στο "καλαμαράκι" μου. Πόσο μου έχει λείψει... πόσο άλλαξαν οι ζωές μας... "μεγάλα καράβια, μεγάλες θάλασσες, μεγάλες φουρτούνες..." πως το λέγαμε να δεις... ξέρεις τι θυμήθηκα κάποια ώρα; Εκείνο το ανοιξιάτικο δείλι, παραμονή της ονομαστικής μου εορτής στο Ρίο, στην παραλία... τα όνειρα που κάμναμε, τα γέλια που κάμναμε, τις σκέψεις που μοιραστήκαμε... χάζευα τη φωτογραφία μας... ξέρεις εκείνη που όλο στοχασμό κοιτάμε τη θάλασσα... τρομάρα μας, όλο εκεί ζητούσαμε παρηγοριά... κι έπειτα σηκωθήκαμε... έδυσε ο ήλιος, γυρίσαμε ανακουφισμένοι... κάπως έτσι νιώθω κι εγώ μολονότι δεν είσαι εδώ για να στα πω...
που πυρπολείς με εξαίσια ορμή της μνήμης τ’ ακρογιάλια…
Τι με κοιτάζεις τώρα μες από τον ύπνο της δροσιάς;
Τι με κοιτάζεις μες απ’ το βαθύ νερό της θάλασσας;
Τι με κοιτάζεις…
Πύρινος άνεμος είσαι, σα θάλασσα νυχτερινή…
πλησιάζεις, με ανάβεις, με πυρπολείς, καίγομαι…
κι έπειτα διαλύεσαι, χανόμαστε…
Seirios 19/3/2012
Πως να βάλω τάξη στην αταξία που έχει επιβληθεί γύρω μου... το δοκίμασα δεν ωφελεί! Ο ήλιος πυρπόλησε το κορμί μου τούτο τριήμερο δίνοντας παρηγοριά, δείχνοντάς μου το δρόμο... κι ο ήχος από το επίμονο σφύριγμα σα μελωδία που δεν παύει να ηχεί εντός μου. Εικόνα θολή το μέλλον... Η πόλη από το κάστρο της. Η πόλη με τη θάλασσα της... η νέα πόλη δε θα έχει κάστρο, δε θα έχει θάλασσα... κι όμως θα πρέπει να την αγαπήσω...
ΣΤΟΠ
* οι φωτογραφίες δικές μου. Η πρώτη από το κάστρο της πόλης κοιτώντας δυτικά. Προς την Ιταλία που πάντα κάτι μου παίρνει... Σαν ακούω για ακόμη μια φορά να ηχεί το καράβι που σαλπάρει από το λιμάνι... Η δεύτερη λεπτομέρεια από ένα τετράδιο μου, σχεδιάστηκε ανάμεσα σε λογαριθμικές συναρτήσεις, απεικονίζοντας ίσως τη διάθεση μου στο διάβα της μέρα που πέρασε. Το ποίημα το σκέφτηκα ενώσω όργωνα τη γη, πρωί πρωί... τελικά είναι μαγικό πως η επαφή με τη γη σε βυθίζει σε σκέψεις. Κι η ζωή τραβάει την ανηφόρα της...
** Παρισινή φίλη μας, γιατί σιωπάς;
*** Πάνε τα Κύθηρα, το χάσαμε το πλοίο της γραμμής...
Τούτη είναι η 500 ανάρτηση!!! ΤούτοΕΔΩ για όσα θα ακολουθήσουν... όσα θα έρθουν... για όσες σκέψεις κάμνω σιωπηρά και δεν μοιράζομαι... για όλες εκείνες τις φορές που με έχει συνοδέψει αυτό το τραγούδι... πάντα στο νου φέρνει εικόνες, την ίδια πάντα συναυλία, την ίδια πάντα διαδρομή, την ίδια εκείνη αφιέρωση... το νέο που ανοίγεται μπροστά μου και τις αγωνίες μου....
Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους
είσαι απο εκείνα τα παιδιά
που μέσα στο μυαλό τους έχουν
ένα σπασμένο πύργο ελέγχου
κι ένα ραντάρ μες στην καρδιά
-Καλή σου νύχτα, χίλιες φορές καλή σου νύχτα. -Χίλιες φορές κακή χωρίς το φως σου. -Καληνύχτα... καληνύχτα... τούτη η πίκρα του χωρισμού έχει μια γλύκα τόση που καληνύχτα θα σου λέω μέχρι να ξημερώσει. -Ύπνος να ʽρθει στα μάτια σου και στην καρδιά σου ειρήνη. -Ύπνος κι ειρήνη θα' θελα για σένα να ʽχα γίνει.
Είμαστε βιβλία ανοιχτά...
Όμως, πολύ καινούρια ακόμη...
Κάποιος να 'ρθει να κόψει
τις άκοπές μας τις σελίδες...
Για να μπορούν να διαβαστούν
τα τόσα ανάμεσα κρυμμένα.... (Dimitris A.)
Όσο κρατήσει η ζωή κρατεί κι ο θάνατος.
Ώρα να σκεφτώ τα μελλούμενα
σωριασμένα αιφνίδια στο χθες.
Φοβερή ασυνέχεια: ο πλούτος μου είναι το στήθος μου. Γι αυτό ποτέ δεν παζάρεψα το ηλιοβασίλεμα
και ταξιδεύω σίγουρος,
όσο η μίνθη ταξιδεύει και το ασπροθύμαρο.
Νίκος Καρούζος
_____________________________________
- Τι σκέφτεσαι… ;
- Δε σκέφτομαι όταν είμαστε
μαζί… με κάνεις να νιώθω γαλήνια, ηρεμώ… με τρόπο που όμοιό του δεν είχα
γνωρίσει πριν συναντηθούν οι δρόμοι μας.
- Μου αρέσει
έτσι όπως καθόμαστε, ο ένας ακουμπώντας την πλάτη του, στην πλάτη του
άλλου… Η έλλειψη των ρούχων με κάνει να μπορώ να ακούω την ανάσα σου…
μου δίνει το αίσθημα ότι είμαι ακόμη πιο κοντά σου!
- Τι ώρα λες να έχει φτάσει; Εσύ πάντα φοράς ρολόι…
-
Το έχω βγάλει απ’ το χέρι μου. Πάντα μου έλεγες ότι είμαι με ένα ρολόι
στο χέρι όταν είμαι μαζί σου… Εδώ και καιρό, λοιπόν, σταμάτησα να το
φοράω! Βιάζεσαι για κάτι που έχεις να κάνεις;
- Όχι! Μου έχει γίνει συνήθεια… σχεδόν πάντα κάτι τέτοιες στιγμές με ρωτούσες τι ώρα είναι…
-
Δώσε μου τα χέρια σου, έτσι καθώς οι πλάτες μας είναι ακουμπισμένες,
θέλω να κρατάς τις γροθιές μου μέσα στις παλάμες σου… να σμίξουν όσο
περισσότερο μπορούν οι σάρκες μας…
- Ορίστε τα χέρια μου… ξέρεις κάτι;
- Τι είναι;
-
Έτσι όπως είναι γερμένα τα κεφάλια μας, εναλλάξ στον ώμο του άλλου,
νιώθω πιο έντονη την αύρα σου, το άρωμα σου, εσένα περισσότερο κοντά
μου…
[….]
- Γιατί δε μιλάς; Που τρέχει πάλι το μυαλό σου;
-
Προσπαθώ να μαντέψω, μέσα στο σκοτάδι κι έτσι όπως είμαστε καθήμενοι,
την έκφραση που έχει το πρόσωπό σου τούτη την ώρα… Είμαι σχεδόν βέβαιος
πως αν γυρίσω και σε κοιτάξω, παρόλο το σκοτάδι του δωματίου, η ματιά
σου θα λαμπυρίζει…
- Εγώ πάλι από τον τρόπο που ανασαίνεις
έχω την αίσθηση ότι χαμογελάς και το μεγάλο χαμόγελό σου, ζαρώνει την
περιοχή γύρω από τα μάτια σου.
- Θέλω να αγγίξω το
πρόσωπό σου, να σε χαϊδέψω και να μετρήσω κάθε γωνία του προσώπου σου.
Να περάσω με το δάχτυλό μου πάνω απ’ τα τοξωτά σου φρύδια…
- Και γιατί δε το κάνεις; Τι σε κρατάει; Εδώ είμαι εγώ για σένα κι εσύ για μένα!
-
Ας γυρίσουμε, λοιπόν, με κίνδυνο να χάσουμε τη μαγεία όσων η φαντασία
μας έχει δει με τα «δικά» της μάτια… πιάσε το κουτί με τα σπίρτα που
έχεις δίπλα από τον καπνό σου.
- Τι θες τα σπίρτα;
- Θέλω να ανάψω ένα σπίρτο, για να σε δω… τόσο όσο θα κρατήσει η καύση από το μικρό ξυλάκι.
- Θες να ανάψω το φως στο κομοδίνο;
-
Όχι! Το έντονο φως θα διώξει την απόλυτη ηρεμία της στιγμής! Εγώ θέλω
να σε δω μέσα από το ζεστό φως που σπίρτου… θέλω να κλέψω μόνο μια
εικόνα σου… μιαν στιγμή μας.
- Ορίστε.
-
Ευχαριστώ…
*Δε σου λέω συχνά πως σε αγαπώ, γιατί το φοβάμαι. Κρίμα γιατί είναι η μοναδική λέξη που κρύβει μέσα της όλες τις
άλλες! Αρχίζει από το άλφα και τελειώνει στο ωμέγα... Ελπίζω να το καταλαβαίνεις...
_____________________________________
1. Το κομμάτι της ανάρτησης είναι η μελοποιημένη εκδοχή των στίχων του ποιήματος "Όσο κρατήσει η ζωή" του Ν. Καρούζου, σε μουσική Γ. Μαρκόπουλου.
2. Δυνάμωσε τα ηχεία σου κι άκουσε την πιο όμορφη στιγμή της Χ. Αλεξίου...
3. Γεια σου βρε πατέρα, που ακόμη μου μαθαίνεις μουσικές! Φωτογραφία από τη ζωή μου στας εξοχάς, από το προσωπικό μου αρχείο.
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια, Πατήσια, Μεταξουργείο, Μετς
Κάνουν ό,τι λάχει
Πλασιέ τσελεμεντέδων κι εγκυκλοπαιδειών
Φτιάχνουν δρόμους κι ενώνουν ερήμους
Διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
Επαγγελματίες επαναστάτες
Παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
Τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
Αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
Στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια, Βικτώρια, Κουκάκι, Γκύζη
Που πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
Τις ενοχές σας
Αποφάσεις συνεδρίων, δανεικά κοστούμια, σημάδια από κάφτες
περίεργες ημικρανίες, απειλητικές σιωπές
Κολπίτιδες...
Ερωτεύονται ομοφυλόφιλους...
Τριχομονάδες...
Καθυστέρηση...
Το τηλέφωνο...
Σπασμένα γυαλιά...
Το ασθενοφόρο...
Κανείς...
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
Κάνουν ό,τι λάχει
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
Γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή Οι φίλοι μου ζωγραφίζουν με μαύρο χρώμα
Γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
Γράφουν σε συνθηματική γλώσσα
Γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Και σύρματα
Στο λαιμό σας
Στα χέρια σας
Οι φίλοι μου...
Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
Γνωρίζω εκ των προτέρων πως οι ποιητικές αναρτήσεις είναι δύσκολες (για κάποιους βαρετές)... κι ακόμη πιο δύσκολη είναι η επαφή με την παράξενη ποίηση της Κατερίνας Γώγου για όσους διαβάζουν πρώτη φορά ποιήματά της. Πριν μερικά χρόνια διάβασα, σχεδόν τυχαία, την συλλογή ποιημάτων της "Τρία κλικ αριστερά" . Κι ήταν σοκ για μένα ο τρόπος που έγραφε. Ένα γράψιμο σκληρό καθόλα γνήσιο που σε κάνει να την αγαπήσεις για την τόση δύναμη παραδοχής που έκρυβαν οι στίχοι της. Χωρίς να μπορώ να εξηγήσω επακριβώς το γιατί, μου αρέσουν οι άνθρωποι του "δρόμου" πολύ περισσότερο από τους "σαλονάτους". Δεν είμαι κανένας άγιος, έχω περιπλανηθεί σε διάφορα μονοπάτια κι έχω συναναστραφεί με κόσμο που ορισμένοι θα τους αποκαλούσαν "κοινωνικά μιάσματα" όμως έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως πριν (κατά)κρίνουμε είναι καλό να προσπαθήσουμε να δούμε πρώτα με ένα ζευγάρι μάτια διαφορετικά από εκείνα που κουβαλούμε πάνω μας. Και ξέρεις τι έχω καταλάβει ακόμη, θα ακουστεί κοινότοπο, όλους εκείνους που αποκαλούν "άνθρωποι του περιθωρίου" είναι γιατί δε θέλησαν να μπούνε στις νόρμες που κάποιοι άλλοι όρισαν για αυτούς. Έχουν καθάριο βλέμμα και σε κοιτούν στα μάτια μέσα. Γι' αυτό να μη φοβάστε να έρχεστε σε επαφή με τους ανθρώπους όποιοι κι αν είναι απέναντι σας. Δεν έχετε να χάσετε τίποτε, παρά μόνο να κερδίσετε. Να φοβάστε εκείνους που δεν επιδιώκουν το ανάλογο...
Δύο κείμενα αλλοτινών εποχών μπερδεμένα με το σήμερα.
Κοιτώντας τις σημειώσεις του 2006 ξαναβρίσκω το Σείριο να ψάχνει τη ζωή, το 2009 φαντάρος σε μια σκοπιά πονάει για μιαν αγάπη που ξεκινούσε ή μήπως έσβηνε οριστικά... τώρα ξέρει, τότε δεν μπορούσε να διακρίνει... Στο 2011 ξεφυλλίζει το καλά κρυμμένο σημειωματάριο και σκέφτεται πως όλα είναι στιγμές, εικόνες... τις πιάνει μία μία και φτιάχνει το παζλ της μέχρι τώρα πορείας...
Πέρασες ο καιρός, παιχνίδι αλλιώτικο
που χάθηκε στο φως τα μεσημέρια...
Τραγούδι και καρτ ποστάλ αλληλοσυμπληρώνουν το ένα τ' άλλο! Χωρίς το ένα το άλλο είναι λειψό, όπως λειψά είναι τα λόγια που δεν ξεστομίσαμε παρότι τα είχαμε σκεφτεί. Σε παρόντα ή παρελθόντα χρόνο, δεν έχει σημασία. Καλή βδομάδα και καλό μήνα από σήμερα για αύριο!
Βαρέθηκα να βλέπω την σκηνή, και σήκωσα τα μάτια μου στα θεωρεία. Και μέσα σ’ ένα θεωρείο είδα σένα με την παράξενη εμορφιά σου, και τα διεφθαρμένα νιάτα. Κι αμέσως γύρισαν στο νου μου πίσω όσα με είπανε το απόγευμα για σένα, κ’ η σκέψις και το σώμα μου συγκινηθήκαν. Κ’ ενώ εκοίταζα γοητευμένος την κουρασμένη σου εμορφιά, τα κουρασμένα νιάτα, το ντύσιμό σου το εκλεκτικό, σε φανταζόμουν και σε εικόνιζα, καθώς με είπανε το απόγευμα για σένα.
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
* Ο λόγος που αγαπώ τούτο το ποίημα, είναι γιατί μέσα από απλές λέξεις κατορθώνει να πυκνώσει σκέψεις που όλοι μας έχουμε κάμνει κάποια στιγμή στη ζωή μας. Καλό υπόλοιπο Σαββατοκύριακο σε όλους