Ανατρέχω διαρκώς σε παλιές μου σημειώσεις, αδημοσίευτες οι περισσότερες, με ένα αίσθημα αναζήτησης. Διαπιστώνω ότι ο καιρός περνάει πολύ πιο γρήγορα από όσο νομίζουμε. Οι ρυθμοί είναι εξαντλητικοί και μας συνθλίβουν. Μόνη μας ψευδαίσθηση ότι αντιστεκόμαστε στον παρόντα χρόνο… αλλά η αλήθεια που φανερώνει η επέλαση του χρόνου κι η απόσταση του τότε από το σήμερα είναι θλιβερή. Που πάμε; Ποιο αόρατο χέρι κινεί τα νήματά μας…
Ακούς…; Ξέρω ακούς… γιατί σιωπάς όμως; Φοβάσαι ότι έγινες ένας από όλους αυτούς; Δεν έγινες γιατί ποτέ δεν υπήρξες όπως οι άλλοι. Ποτέ δεν χώρεσες ανάμεσα τους, δε σου άφησαν χώρο. Κι όμως αλλάζεις γρήγορα σε κάτι άλλο. Σου είπαν ότι ωριμάζεις κι εσύ γέλασες σαρδόνια! Τότε κατάφτασαν οι κόλακες· σε προσκυνούσαν· σου περνούσαν στα δάχτυλα λαμπρά δαχτυλίδια. Οι ανίδεοι δεν ξέραν πως τά 'χες φτιάξει εσύ με τ' άδεια τους φυσίγγια πού 'χαν μείνει στους λόφους των μαχών που έδινες. Γι' αυτό ακριβώς, για την ωραία τους άγνοια, τους αντάμειψες πλούσια με αληθινά πετράδια και διπλάσιες κολακείες.
Ακούς… ξέρω ακούς… σιωπάς όμως εαυτέ μου καρτερώντας πως αύριο όλα θα είναι διαφορετικά.
Φύσει θέσει αισιόδοξος σαν άνθρωπος μα τούτες τις τελευταίες μέρες έχω σαστίσει με την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα μας… έχω σκαλώσει με όσα μας περιμένουν, με όσα μας κρύβουν, με όσα δεινά πρόκειται να μας βρουν ακόμα κι από καθαρή αποκοτιά οι κυβερνόντες μας αποκρύπτουν. Γεμίζω θλίψη γιατί η πόλη μου, παρά την πληθώρα νέου κόσμου παραμένει βουβή, περιμένει στωικά (τι;) όσα θα ακολουθήσουν.
Οι πολιτικοί και τα κόμματα τους αποδεικνύονται λίγοι για την κατάσταση. Κάθε μέρα αποκαλύπτεται περίτρανα η τυφλή υπακοή τους στις «μεγάλες δυνάμεις» και στις προσταγές τους. Ξεπουλάμε τα πάντα σε μια νύχτα, το έχεις αντιληφθεί; Κι όλα αυτά στο βωμό της αποκαλούμενης «Σωτηρίας».
Κι η σιωπή σκεπάζει τα πάντα. Δε μπορεί (ούτε θέλω να δεχτώ) πως άλλοι άνθρωποι δε σκέφτονται όσα κι εγώ. Και το κίνημα των αγανακτισμένων δεν ξέρω… δε καλύπτει! Σε λίγο καιρό θα γίνουμε όπως οι μετανάστες της ΕΣΣΔ. Μορφωμένοι, πάμπτωχοι, εξαθλιωμένοι θα φεύγουμε για αναζήτηση εργασίας σε άλλες χώρες… την ώρα που οι πλούσιοι «Ευρωπαίοι συγγενείς» μας θα κάνουν πλιάτσικο στη χώρα μας.
Ένας κόμπος σφίγγει το στομάχι μου τις τελευταίες μέρες! Που είναι η Εκκλησία, που είναι η παρουσία της; Σε δυο μήνες (το πολύ) δε θα έχω εργασία κι αν με θλίβει βαθύτατα κάτι είναι που δεν προβλέπεται να βρω κάτι… ίσως εγώ να είμαι σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι άλλων γιατί ένα πιάτο φαγητό θα το έχω… Ένα πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά μου, αγόρασα σε έναν πεινασμένο γέροντα ένα κουλούρι κι εκείνος μου φιλούσε τα χέρια σα να του χάρισα τη ζωή. Μη φτάσουμε βρε αδέρφια εκεί… Μη φτάσουμε…
Και μένω με την αγάπη σου να με συνοδεύει… Και μένω μετέωρος με την ευχή…
Να 'ταν η γη τετράγωνη ξανά
κι απ' τα νησιά να χύνεται όλη η θάλασσα
κι όταν χυθούν του κόσμου τα νερά
να μ' αντικρίσεις πάλι στη στεριά
με δυο μάτια ξαστεριά
κοίτα με ξανά
Μπροστά εγώ και γύρω μου βουνά
να μεγαλώνουν μέσα μου τα ηφαίστεια
Κι όταν ξεσπάσει όλη μου η φωτιά
να μ' αντικρίσεις πάλι στη στεριά
με δυο μάτια ξαστεριά
κοίτα με ξανά
Όχι με σκέψεις
Όχι με μνήμη
Σαν να με ξέρεις μη με δεις
Να με πιστέψεις μ' αυτό τ' ασήμι
της πρώτης πρώτης μας στιγμής
Άχ κοίτα με ξανά
σα καινούργια γη
Άχ κοίτα με ξανά
σαν ζωή που αργεί
Να γεννιέται απ' τη στεριά
με δυο μάτια ξαστεριά
κοίτα με ξανά
*Το πρώτο μέρος του κειμένου γράφτηκε ξημερώματα 9-8-2010, λίγες ώρες πριν απολυθώ επίσημα από το στρατό. Κατόπιν μιας γιορτής που στήθηκε προς τιμήν μου… ακόμη δε βρίσκω το λόγο εκείνης της φιέστας.
**Το κομμάτι της Πασπαλά με συνοδεύει σε διάφορες στιγμές της ζωής μου. Απόψε με το φως των κεριών στο δωμάτιο γίνεται και πάλι μέρος της ζωής μου. Οι στίχοι, η μουσική, η ερμηνεία...όλα μαζί!
***Εγώ και εσύ μαζί... ένας ψίθυρος και μάτια που λάμπουν...
***Εγώ και εσύ μαζί... ένας ψίθυρος και μάτια που λάμπουν...
Φιλώ κ χαιρετώ σας!
Μη το βάζετε κάτω
Μη το βάζετε κάτω





