"Πως οι ζωές των ανθρώπων μπλέκονται, όπως τα νήματα σε ένα πολύχρωμο χαλί με περίτεχνο σχέδιο;
Ποιος αποφασίζει για το στημόνι και το υφάδι του, ποιος κανονίζει πότε οι κλωστές θα ανταμωθούν και πότε θα χωρίσουν;
Ποιος τέλος πάντων, κινεί αενάως το χέρι της αιώνιας υφάντρας;"
Μου γράφεις πως περνάει ο καιρός, περνάει πολύ γρήγορα, πιο γρήγορα από όσο τον ορίζουμε. Δε σου απαντάω τίποτε, σφυρίζω αδιάφορα... Πράγματι, περνάει γρήγορα, μας συνθλίβει και μας ζητάει απαντήσεις σε όσα έρχονται. Σαν να παίζεις ένα διαρκές κυνηγητό, αν σταματήσεις λίγο θα σε πιάσουν. Συνεχίζεις να τρέχεις, να τρέχω, κουραζόμαστε, ξαποσταίνουμε και συνεχίζουμε. Πρέπει να συνεχίσεις, πρέπει να συνεχίσω...
Συνεχίζω, πρώτο πρόσωπο, ενικός αριθμός! Μήπως τελικά πάντα είναι ενικός στις ζωές μας; Μονάχοι γεννιόμαστε και μονάχοι καταλήγουμε είναι το μόνο βέβαιο. Στο μεσοδιάστημα ζούμε ελπίζοντας να αγαπήσουμε, να δώσουμε (κι επειδή είμαστε ματαιόδοξοι) και να λάβουμε...
Βάδιζα μόνος χτες, ίσαμε που νύχτωσε, στην αμμουδιά. Σκεφτόμουν διάφορα από εκείνα που έχουν συμβεί έναν χρόνο πριν. Τέτοιες μέρες πέρσι ένας υψηλός πυρετός με είχε κατατρομάξει κι ήσουν κοντά μου, στο προσκεφάλι μου, στο ράντζο του διαδρόμου... κι έπειτα το τάμα που έκανα κρυφά μέσα μου κι η υπόσχεση να το τηρώ δεν ξεστομίστηκε πουθενά. Σοφία - Πίστη - Ελπίδα τρεις λέξεις, μιαν αδιαίρετη αλήθεια και δύναμη κρυφή. Πως να έχεις ελπίδα, αν δεν έχεις πίστη όχι απόλυτα στο Θεό, αλλά στη δύναμη της Σοφίας...
Περπατούσα και δεν κοιτούσα πίσω, άφηνα τα κύματα να σβήνουν τα χνάρια που άφηνα στην άμμο. Έκατσα σε ένα βράχο και κοίταζα την πόλη με τα φώτα που δειλά άρχιζαν να ανάβουν. Νύχτωνε, νυχτώνει νωρίς τώρα... ασυναίσθητα άρχισα να μουρμουρίζω το στίχο "Για μας είναι ο Σεπτέμβρης καλοκαίρι, Σεπτέμβρη σου είχα πει πως σε αγαπώ...". Πάντα λάθος βάζω τους στίχους στο τραγούδι τούτο. Κι ύστερα το επαναλάμβανα διαρκώς μέσα μου, κρατώντας το ρυθμό, όση ώρα καθόμουν εκεί.
Βγήκε το φεγγάρι, λαμπρό, έτοιμο σχεδόν για την πανσέληνο. Ο νοτιάς χτυπούσε το πρόσωπό μου, με γλυκιά δύναμη, τόση που σε έκανε να μισοκλείνεις τα μάτια σου... αίσθηση αγαπημένη, να αφήνεις την αρμύρα να σε χαϊδεύει.
Κι έπειτα, άρχισα να χαμογελάω σκεπτόμενος το "όνειρο" που σκαρώσαμε σε μιαν άλλη αμμουδιά. Ένα οικόπεδο, με τροχόσπιτο κι αντίσκηνο κι ένα μπάρμπεκιου(!) που θα μαζεύει τα σαββατοκύριακα τις μελλοντικές οικογένειές μας. Εκεί πλάι στο κύμα, στα οικόπεδα που πουλούσε κάποτε "σε πολύ καλές τιμές η Μαθηματική Εταιρία", αλλά εμείς δεν προλάβαμε...
Εκεί σε εκείνη την αμμουδιά της Αιτωλοακαρνανίας, με το μεγάλο απότομο βράχο, ήταν σαν να παίχτηκε η τελευταία πράξη από ένα μονόπρακτο ή να σα βάλαμε τον επίλογο της πορείας προς την ενηλικίωσή μας. Δεν ξέρω κι εγώ πως άφησα τον εαυτό μου να περιπλανηθεί σε εκείνο το όνειρο, σχεδόν το πίστεψα όση ώρα το συζητούσαμε...
Συνεχίζουμε; Πρώτο πρόσωπο, πληθυντικός αριθμός! Πάντα μου πήγαινε περισσότερο, ίσως γιατί θέλει Σοφία - Πίστη - Ελπίδα (ίσως κι ένα τάμα) για να μπορέσει κανείς να βάλει πιο πίσω το εγώ και πιο μπροστά το εμείς.
Σε ρωτάω, συνεχίζουμε; Εδώ η απάντηση είναι ακόμη πιο δύσκολη κι ο νοών νοείτω... Ποιος τέλος πάντων, κινεί αενάως το χέρι της αιώνιας υφάντρας...;
Θυμήσου το Σεπτέμβρη...
Βάδιζα μόνος χτες, ίσαμε που νύχτωσε, στην αμμουδιά. Σκεφτόμουν διάφορα από εκείνα που έχουν συμβεί έναν χρόνο πριν. Τέτοιες μέρες πέρσι ένας υψηλός πυρετός με είχε κατατρομάξει κι ήσουν κοντά μου, στο προσκεφάλι μου, στο ράντζο του διαδρόμου... κι έπειτα το τάμα που έκανα κρυφά μέσα μου κι η υπόσχεση να το τηρώ δεν ξεστομίστηκε πουθενά. Σοφία - Πίστη - Ελπίδα τρεις λέξεις, μιαν αδιαίρετη αλήθεια και δύναμη κρυφή. Πως να έχεις ελπίδα, αν δεν έχεις πίστη όχι απόλυτα στο Θεό, αλλά στη δύναμη της Σοφίας...
Περπατούσα και δεν κοιτούσα πίσω, άφηνα τα κύματα να σβήνουν τα χνάρια που άφηνα στην άμμο. Έκατσα σε ένα βράχο και κοίταζα την πόλη με τα φώτα που δειλά άρχιζαν να ανάβουν. Νύχτωνε, νυχτώνει νωρίς τώρα... ασυναίσθητα άρχισα να μουρμουρίζω το στίχο "Για μας είναι ο Σεπτέμβρης καλοκαίρι, Σεπτέμβρη σου είχα πει πως σε αγαπώ...". Πάντα λάθος βάζω τους στίχους στο τραγούδι τούτο. Κι ύστερα το επαναλάμβανα διαρκώς μέσα μου, κρατώντας το ρυθμό, όση ώρα καθόμουν εκεί.
Βγήκε το φεγγάρι, λαμπρό, έτοιμο σχεδόν για την πανσέληνο. Ο νοτιάς χτυπούσε το πρόσωπό μου, με γλυκιά δύναμη, τόση που σε έκανε να μισοκλείνεις τα μάτια σου... αίσθηση αγαπημένη, να αφήνεις την αρμύρα να σε χαϊδεύει.
Κι έπειτα, άρχισα να χαμογελάω σκεπτόμενος το "όνειρο" που σκαρώσαμε σε μιαν άλλη αμμουδιά. Ένα οικόπεδο, με τροχόσπιτο κι αντίσκηνο κι ένα μπάρμπεκιου(!) που θα μαζεύει τα σαββατοκύριακα τις μελλοντικές οικογένειές μας. Εκεί πλάι στο κύμα, στα οικόπεδα που πουλούσε κάποτε "σε πολύ καλές τιμές η Μαθηματική Εταιρία", αλλά εμείς δεν προλάβαμε...
Εκεί σε εκείνη την αμμουδιά της Αιτωλοακαρνανίας, με το μεγάλο απότομο βράχο, ήταν σαν να παίχτηκε η τελευταία πράξη από ένα μονόπρακτο ή να σα βάλαμε τον επίλογο της πορείας προς την ενηλικίωσή μας. Δεν ξέρω κι εγώ πως άφησα τον εαυτό μου να περιπλανηθεί σε εκείνο το όνειρο, σχεδόν το πίστεψα όση ώρα το συζητούσαμε...
Κι αν τύχει να
ακούσετε από κάποιον γνωστό σας την έκφραση «Ε, που ταξιδεύεις…; Πιάσε Γη,
γιατί έχεις φύγει…», σίγουρα θα είναι από εκείνους που επιμένουν να μας διδάσκουν το
κάπως ύποπτο "Επιστροφή στη Γη" λησμονώντας πως ο άνθρωπος από τη φύση του
ανέκαθεν βιώνει τη νοσταλγία των «Ουρανών» από τα εφηβικά του χρόνια.
Και θα ολοκληρώσω αυτό το σύντομο συλλογισμό μου μ’ ένα θαυμαστό ποίημα του Σαχτούρη, που αποκαλύπτει τη μόνη αλήθεια μας, με τρόπο καθοριστικό:
Και θα ολοκληρώσω αυτό το σύντομο συλλογισμό μου μ’ ένα θαυμαστό ποίημα του Σαχτούρη, που αποκαλύπτει τη μόνη αλήθεια μας, με τρόπο καθοριστικό:
Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια
φρατζόλα ζεστό
ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον
ουρανό
Ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι
και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω
όμως και μια μικρή, ένας μικρός
άσπρος άγγελος κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
Κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή,
λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο
που μοίραζε ουρανό…
Ας μη το κρύβουμε, διψάμε για
ουρανό!
Συνεχίζουμε; Πρώτο πρόσωπο, πληθυντικός αριθμός! Πάντα μου πήγαινε περισσότερο, ίσως γιατί θέλει Σοφία - Πίστη - Ελπίδα (ίσως κι ένα τάμα) για να μπορέσει κανείς να βάλει πιο πίσω το εγώ και πιο μπροστά το εμείς.
Σε ρωτάω, συνεχίζουμε; Εδώ η απάντηση είναι ακόμη πιο δύσκολη κι ο νοών νοείτω... Ποιος τέλος πάντων, κινεί αενάως το χέρι της αιώνιας υφάντρας...;
Θυμήσου το Σεπτέμβρη...
Κι ήρθε το κύμα και έσβησα τα πρώτα για στοιβαχτούν τα επόμενα και ξανά τα επόμενα...
Πολλά χαιρετίσματα σε όλους! Ελπίζω να είστε όλοι γεροί και δυνατοί!
Καλή παρέα να ξανακάνουμε
Μετά τιμής,
Σείριος



