πόσες φορές καμάρωσα
το φως που 'χε η καρδιά σου.
Την περηφάνεια της ματιάς
τη μυρωδιά της αγκαλιάς
την τρυφερότητά σου
"είναι ωραίο να κάνεις όνειρα κι ας μη βγουν ποτέ αληθινά..."
>Σε λιγότερο από έναν μήνα θα γίνω εικοσιτέσσερα!
>Ε, και;
>Δεν είναι και λίγο..., έχω ήδη αναλώσει το ένα τρίτο από το μέσο στατιστικό όρο που αναλογεί στα χρόνια ζωής των ανδρών!
>Τι μας λες...; Ώρα να ακούσουμε ότι σε πήραν και τα χρόνια...
>Όχι και με πήραν τα χρόνια, δεν είμαι τόσο ματαιόδοξος! Μια χαρά είναι τα χρόνια μου! Αλλά με προβληματίζουν διάφορα, μη λέμε όλο τα ίδια...
>........
>........
>Με ποιες ήσουν το Σάββατο, που πέρασες κι έριξες κλεφτή ματιά αλλά δεν είπες ούτε μια καλησπέρα;
>... με δυο φίλες μου! Πηγαίναμε σε κάτι «ανταγωνιστές» για φαγητό.
>Αν δε σε στηρίζουν κι οι φίλοι... (γέλια)
>Εμείς είχαμε σκοπό να έρθουμε να φάμε γλυκό, αλλά κατεβάσαμε τους αμπελώνες του γερο – Βασιλείου... δηλαδή σε μένα «μιλήσαμε» κιόλας.
>Το είδα...
>Το είδες..., πως το είδες;
>Περπατούσες και ταλαιπωρούσες τις δυο σου φίλες, τραγουδούσες... θες να σου πω κι άλλα; «χά θη κα μέσα στα μαύρα μεσά νυχτα». Εκείνος ο συλλαβισμός στο χάθηκα, με έκανε να γελάσω.
>Μάλιστα...χα χα χα. Κάποιο μάτι με είδε... ας ελπίσουμε ότι ήταν το δικό σου μονάχα... χα χα χα
>.......
>.......
>Να σου πω τι έπαθα προχτές που είχαμε βγει; Σημειωτέον, δεν είχε μιλήσει ακόμα ο γερο – Βασιλείου μέσα μου!
>Ωχ, τι έκανες πάλι;
>Να σου δώσω να καταλάβεις, το μαγαζί είχε παντού διάσπαρτες ρετρό διαφημίσεις... ξέρεις τύπου «Μπύρα Φιξ, με τη Βουγιουκλάκη».
>Καλά ρε διεφθαρμένε, μια γωνία από το μαγαζί μας πήγατε... συνέχισε!
>Λοιπόν, έχω εντοπίσει από νωρίς που κάτσαμε, μια διαφήμιση που έγραφε με κεφαλαία γράμματα «ΟΡΕΨΙΝΗ».
>....
>Λοιπόν, με έχει φάει η απορία τι στο καλό είναι αυτό. Κάποια φάση ρωτάω την παρέα, τι είναι η «ΟΡΕΨΙΝΗ»; Κι αρχίζει ένα αδυσώπητο γέλιο.... το οποίο δε μπορώ να καταλάβω από που πηγάζει.
>...
>Οπότε, κάνω και την εξής ηλίθια ερώτηση! Τι είναι βρε κορίτσια, «ψ» δεν είναι; Ο ΡΕ ΨΙ ΝΗ
>ΘΡΕΨΙΝΗ, θα έγραφε Σείριε!!! ΘΡΕ ΨΙ ΝΗ (γέλια)
>Ναι ! ! ! Αλλά βέβαια, εσύ θρεψίνη έτρωγες δεν υπήρχε το βιτάμ!
(γέλια)
_____________________________________________
Έχω κι εγώ μιαν αδυναμία! Λατρεύω αυτή την εποχή.... ο Σταύρος Σιόλας έχει "πατήσει" στη μουσική της Amelie κι έχει γράψει αυτό το υπέροχο τραγούδι! Δυναμώστε τον ήχο κι απολαύστε το!
Η αγάπη μου για τον Παπαδιαμάντη είναι ακλόνητη κι ομολογώ ότι η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με την πεζογραφία του ήταν στην τελευταία τάξη του δημοτικού, δηλαδή πριν πολλά χρόνια... απαρχής ξεκίνησα να τον διαβάζω στην δική του γραφή κι ομολογώ ότι κάθε που ολοκλήρωνα ένα διήγημά του ένιωθα ότι είχα ζήσει κι εγώ όσα οι ήρωές του. Απλός στη γραφή, γεμάτος εικόνες ο λόγος του, θέματα παρμένα από την καθημερινότητα κι οι ήρωες απλοί άνθρωποι με τα πάθη που έχουμε όλοι μας!
Ίσως αυτή να είναι η μεγάλοι επιτυχία του Παπαδιαμάντη, δεν αναζήτησε ποτέ τον εξιδανικευμένο ήρωα. Στα σύντομα διηγήματα του έχουν χώρο όλοι μα το δίχως άλλο έχουν χώρο τα συναισθήματα των ανθρώπων, η αγωνία τους για την επιβίωση και φυσικά ο έρωτας! (Το «όνειρο στο κύμα» ένας ύμνος στον έρωτα...). Ο Παπαδιαμάντης είναι μάστορας στο να περιγράφει τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του κι αναμφισβήτητα αυτή του η μαεστρία μπορεί να συγκριθεί μ’ αυτή του Ντοστογιέφσκι.
Δεν είμαι ο πλέον αρμόδιος να μιλήσω για τον Παπαδιαμάντη ίσως γιατί δεν έχω τη φιλολογική κατάρτιση, όμως μιλάω για κάτι που αγαπώ που είναι ολωσδιόλου συνυφασμένο με την ελληνική γλώσσα. Διότι ο Παπαδιαμάντης πως είναι δυνατόν να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα χωρίς να «χάσει» την γεμάτη ιδιότυπες λέξεις γραφή του, οι οποίες γεννούν παραστατικές εικόνες;
Είχα την τύχει να ακούσω αρκετούς να «διαβάζουν» έργα του Παπαδιαμάντη. Ξεχωρίζω και κρατώ κλειδωμένη στη μνήμη μου, την ανάγνωση της «Φόνισσας» από την Α.Β. φιλόλογο μας στην Τρίτη Λυκείου. Από τις καλύτερες στιγμές μου ως μαθητής κι ίσως η καλύτερη ώρα για μια τάξη τελειόφοιτων. Από τα Παπαδιαμαντικά μου ακούσματα, δεσπόζουσα θέση έχει η ανάγνωση της Σαπφούς Νοταρά. Το Τρίτο πρόγραμμα του Μ. Χατζιδάκι είχε την πρόνοια να ηχογραφήσει την Σαπφώ Νοταρά σε τρία διηγήματα του Παπαδιαμάντη!
Ένα από αυτά τα τρία σπάνια ηχητικά ντοκουμέντα έχω τη χαρά να σας το «χαρίσω». Είναι ο «Έρωτας στα χιόνα», ένα όχι τόσο γνωστό διήγημα του Α. Παπαδιαμάντη αλλά πολύ τρυφερό... η Νοταρά αποδεικνύοντας ότι είναι σπουδαία ηθοποιός (αδικημένη από το θεατρικό στερέωμα) διαβάζει με μια εσωτερικότητα ανεπανάληπτη! Χωρίς υπερβολές, αξίζει να χαρίσετε ένα δεκαπεντάλεπτο διάλειμμα στον εαυτό σας και να ακούσετε το διήγημα. Καλή ακρόαση σε όλους!
ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ Ε Δ Ω
Πόσες εικόνες με γεμίζει αυτό το κομμάτι… συνεπαίρνει την ψυχή μου και την κάνει να ταξιδεύει, χορεύοντας ένα βαλς αναμνήσεων, αισθημάτων και συναισθημάτων…
Υπάρχει μια λέξη που περνάει τόσο απαρατήρητη στο σπίτι μας που προκαλεί έκπληξη! Η λέξη «γλυκό» μας αφήνει σχεδόν ασυγκίνητους πλην ορισμένων εξαιρέσεων. Κι επειδή ίσως σας φανεί περίεργο, δεν πάσχουμε από κάποια ασθένεια που απαγορεύει τη λήψη ζαχαρούχων σκευασμάτων ή γλυκισμάτων. Απλά, δεν ανήκει στις διατροφικές μας συνήθειες μας κι έτσι δύσκολα θα το αποζητήσουμε…
Βέβαια όλα αυτά παραμερίζονται μπρος στο παντεσπάνι της γιαγιάς! Είναι τόσο ξακουστό το γλυκό της που έχει αποκτήσει το θρύλο του μέσα στην οικογένεια, ενώ θείες και λοιποί «ζαχαροπλάστες» έχουν επιχειρήσει να «αντιγράψουν» τη συνταγή ή να την εκμαιεύσουν από τη γιαγιά. Άδικα προσπαθούν οι πάντες να βρουν το μυστικό, εκείνο το στοιχείο που το κάνει τόσο ξεχωριστό ώστε με κλειστά μάτια να είναι κανείς σε θέση να αναγνωρίσει το παντεσπάνι (πεντεσπάνι όπως το λέει η ίδια) της λατρεμένης μου γιαγιάς.
Θα σκεφτείς κανείς πως η μητέρα μου, όντας κόρη της, θα ήξερα το μυστικό έχοντας παρακολουθήσει από μικρή την τελετουργία για να παραχθεί το γλυκό. Κι όμως, ούτε η ίδια μου η μάνα δεν μπορεί να το επιτύχει τόσο καλά! Το περίεργο της υπόθεσης είναι ότι η γιαγιά μου, ουδέποτε αρνήθηκε να φτιάξει παρέα με τον οποιοδήποτε το γλύκισμα αυτό! «Όλα στο φως!» συνηθίζει να λέει, και πάντοτε είναι διατεθειμένη να μοιραστεί την κουζίνα της για να «δεις πως φτιάχνετε το γλυκό».
Ωστόσο, όταν κάποιος επιχειρήσει την εκτέλεση της συνταγής μόνος του είναι αμφίβολο αν θα τα καταφέρει να φτιάξει ένα αξιοπρεπές γλύκισμα. Παλιότερα ήμουν πεπεισμένος ότι η γιαγιά κάθε φορά που υπαγόρευε σε κάποιον τη συνταγή την «πείραζε» λίγο, ως προς τις αναλογίες, ώστε να μην πετυχαίνει η νοικοκυρά. Μεγαλώνοντας άρχισα να την παρακολουθώ συστηματικά, να σημειώνω σε κάθε ευκαιρία τη συνταγή, να τη ρωτάω σε ανύποπτο χρόνο και να παρακολουθώ την τελετουργία της παρασκευής. Πάντοτε τα ίδια βήματα με ευλαβική συνέπεια έναντι στην κληρονομημένη από τη μητέρα της συνταγή (δλδ την προ γιαγιά μου).
Άρχισα να πιστεύω ότι κάποιο μυστικό υπήρχε με το φούρνο της ή με τα σκεύη που χρησιμοποιούσε αλλά κι αυτή η εικασία μου άρχισε να ναυαγεί αφενός μεν όταν άλλαξε κουζίνα (κατά συνέπεια και φούρνο) κι αφετέρου όταν είδα ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να εκτελέσει τη συνταγή της με την ίδια πάντοτε μεγαλειώδη επιτυχία οπουδήποτε. Οι πιο επιδέξιες από τις μαγείρισσες του σογιού στην προσπάθεια τους να πετύχουν τη συνταγή (και να ακούσουν γεμάτες υπερηφάνεια Μπράβο!) άρχισαν να χρησιμοποιούν βελτιωμένα υλικά ή διογκωτικά. Μα δυστυχώς τίποτα, δεν τις έφερνε κοντά στην επιτυχία. Έτσι, το δίχως άλλο, ο μύθος γύρω από το γλυκό της γιαγιάς γινόταν τρανός κι ο θυμός των θείων τράνευε κι αυτός! Κάποιες το έβαλαν κάτω απογοητευμένες ενώ κάποιες άλλες κατά καιρούς μας πασάρουν γλυκά που θέλουν να μοιάζουν με το παντεσπάνι της γιαγιάς!
Παρότι τη συνταγή την έχω και την εκτέλεση την ξέρω απέξω κι ανακατωτά δεν έχω τολμήσει να φτιάξω το γλυκό της γιαγιάς. Ύστερα από πολλά χρόνια παρατήρησης έχω την αίσθηση ότι το μυστικό βρίσκεται στην εκτέλεση ενός από τα τελευταία βήματα της παρασκευής του γλυκού. Δεν τολμώ να φτιάξω αυτό το γλυκό γιατί δε θέλω να «πατήσω» έναν τόσο γλυκό κι αθώο θρύλο που οικοδομήθηκε παρά τη θέληση της υπέροχης γιαγιάς μου. Θα’ θελα για πάντα να με συντροφεύει η εικόνα της, η αίσθηση αθωότητας και συνάμα χαράς που έχω. Χαρά γιατί το ετοιμάζαμε και το σερβίραμε σε χαρμόσυνες μέρες κι αθωότητας γιατί το κανελλογαρύφαλλο είχε δεσπόζουσα θέση στις παιδικές μου αναμνήσεις.
*θα επιστρέψω με τη συνταγή και την εκτέλεση... αλλά χωρίς το μυστικό!
Είναι κάποιες βραδιές στα τέλη του Φλεβάρη και στις αρχές του Μάρτη που αν έχεις τις αισθήσεις σου σε εγρήγορση κι ο καιρός το επιτρέπει τότε με ευκολία θα ακούσεις μια «φασαρία» περίεργη. Είναι η φασαρία που κάνει η φύση ετοιμαζόμενη να υποδεχτεί την άνοιξη! Είναι σα να προσπαθεί να συγυρίσει τα πάντα για να αφήσει ανεμπόδιστη να παρελάσει η Άνοιξη…
Η άνοιξη που θα χαρίσει στη φύση την ομορφιά της απλόχερα και στη θεά Δήμητρα, την κόρη της την Περσεφόνη! Αλήθεια, είναι ένα περίεργο πράγμα αυτό που προσπαθώ να σας περιγράψω! Η άνοιξη δεν έχει έρθει κι όμως ο κρύος αέρας τα βράδια έχει μια μυρωδιά σχεδόν ανοιξιάτικη, μια αίσθηση γλυκιά και το ψύχος του έχει πάψει να είναι δριμύ. Είναι τόσο ψυχρό ώστε να δικαιολογεί την εποχή στην οποία βρίσκεται.
Μια βόλτα στας εξοχάς σίγουρα θα σας πείσει για την έλευση της άνοιξης! Κι πάλι η εξοχή είναι όνειρο μακρινό για κάποιους από εσάς, παρατηρήστε τα δέντρα των πόλεων. Ακόμα και τα «δημαρχόδεντρα» έχουν αρχίσει να ανοίγουν «μάτια» μέσα από τα οποία θα ξεπεταχθούν πράσινα φυλλαράκια.
Δε χωρά αμφιβολία, είμαι άνθρωπος της άνοιξης… η άνοιξη με κάνει ό,τι θέλει! Με αναγεννά, μου πειράζει τη διάθεση πότε προς τα πάνω και προς τα κάτω. Οι μυρωδιές, τα χρώματα της άνοιξης κι η εναλλαγή της φύσης με μαγεύουν και με κάνουν να ταξιδεύω! Αχ, πόσο λατρεύω να με σιγοκαίει ο ανοιξιάτικος ήλιος στο πρόσωπο… σημάδι πως θα ξεφύγουμε από την καταχνιά του χειμώνα…
Αυτή θα είναι η εικοστή τέταρτη άνοιξη που θα γευτώ κι ακόμα δεν ξέρω τι από όλα τα παραπάνω μ’ ενθουσιάζει περισσότερο σε αυτή την εποχή. Μήπως όλα τα παραπάνω κι ακόμη ότι είμαι γεννημένος στην καρδιά αυτής της εποχής;