Γυρίζω σε σένα, όπως κάνω πάντα γιατί ξέρω ότι με ακούς...γιατί έχω πάντα να σου πω πράγματα και σκέψεις που το μυαλό μου κάμνει και ποτέ δε μαρτυρά....γιατί πέραν από αυτό που επί είκοσι τρεις μέρες έδειχνα προς τα έξω δεν έπαψα ούτε για μια στιγμή να είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Εκείνος που ήμουν πριν περάσω την πύλη της 124 ΠΒΕ στην Τρίπολη.
Θυμάμαι εκείνη την ηλιόλουστη μέρα στις 9 Νοέμβρη που ξεκίνησα με το σάκο μου για την Τρίπολη. Περίεργη μέρα....διακατεχόμουν από μια περίεργη νευρικότητα κι από ένα συναίσθημα που με καλούσε να φτάσω μια ώρα αρχύτερα στη μονάδα για να τελειώσω με κάτι που εκείνη ακριβώς τη μέρα θα άρχιζε. Μπήκα στο αυτοκίνητο, έκανα μια βόλτα στην πόλη και στα μέρη που αγαπώ κι έφυγα για την εθνική...αμίλητος μα όχι κακόκεφος. Όλη η διαδρομή αναλώθηκε σε κουβέντα "ελαφριάς θεματολογίας", με τους γονείς μου να αφουγκράζονται περισσότερο από τον καθένα τις ανησυχίες μου. Στη μισή διαδρομή άκουγα ραδιόφωνο και τα κομμάτια ήταν λες και τα είχα παραγγείλει...στο υπόλοιπο μισό της διαδρομής άκουγα το δίσκο PIXELS της Δ. Γαλάνη και την Πτήση 201.
Φτάνοντας στην Πύλη, χαιρέτισα τους γονείς μου και μόλις που πρόλαβα να διακρίνω τα βλέμματα τους υγρά. Παραδόξως δε δάκρυσα...ωστόσο ένιωσα ότι η αγάπη μου για αυτούς είναι αστείρευτη. Σήκωσα βιαστικά το σάκο, την ώρα που στο άλλο χέρι είχα τα χαρτιά της κατάταξης. Από κείνη τη στιγμή δε γύρισα να κοιτάξω προς τα πίσω. Άρχισα να περπατάω σε ένα δρόμο που δεν ήξερα που οδηγούσε, διακρίνοντας σιωπηλούς άνδρες να βαδίζουν βυθισμένοι σε σκέψεις.
"Τώρα αρχίζουν όλα Σείριε", μονολόγησα φτάνοντας στο τέρμα του μακρινού δρόμου που είχα διανύσει. Μόνο τότε κοίταξα πίσω και διαπίστωσα ότι η πύλη είχε χαθεί από το οπτικό μου πεδίο. Η ώρα σχεδόν μία το μεσημέρι κι ο ήλιος να καίει βασανιστικά. Οι πρώτες γνωριμίες σπάσανε την αμηχανία και σιγά σιγά στην απόλυτη σιωπή άκουγες κάποιες κουβέντες. Όλα αυτά ίσαμε τη στιγμή που ο ήχος από μια σφυρίχτρας "διέταξε"την απόλυτη σιωπή. Χωριστήκαμε σε ομάδες κι έκτοτε άρχισε μια σειρά γραφειοκρατικών διαδικασιών που δεν βάζει ο νους σας. Χαρτιά, γιατροί, εμβόλια, ιματισμός, στρατιωτικά ρούχα κι ένα τρέξιμο που ανάλογό του δεν είχα βιώσει.
Με τα πολλά βρέθηκα περί τις 11 τη νύχτα να είμαι φορτωμένος με έναν τεράστιο γεμάτο στρατιωτικό σάκο, μιαν ασφυκτικά γεμάτη στρατιωτική σακούλα, τον πολιτικό μου σάκο, τα στρατιωτικά κλινοσκεπάσματα και τα άρβυλα κρεμασμένα από το λαιμό. Τότε μας διέταξαν να πάμε στο θάλαμο...Νομίζω ότι εκείνη η διαδρομή, με εκείνο το συγκεκριμένο φορτίο, με την κούραση και την ένταση της ημέρας ήταν ό,τι δυσκολότερο αντιμετώπισα στις 23 μέρες.
Κι εκείνη ακριβώς η δυσκολία ήταν που με έκανε να πω δυνατά μέσα μου "ΣΕΙΡΙΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΥΠΟΜΕΙΝΕΙΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΑΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙΣ ΤΩΡΑ!!!" . Κι όσο κι αν σας ακουστεί περίεργο σε όλη εκείνη τη διαδρομή με το υπερφορτίο που κουβαλούσα μόνο μια σκέψη έκανα. Το Χριστό στο δρόμο για το Γολγοθά...(αυτή η σκέψη είχε καρφωθεί βασανιστικά μέσα μου!). Μας μοίρασαν στο θάλαμο και το μόνο που έκανα ήταν να σκεπαστώ με τη ρυπαρή κουβέρτα που μας έδωσαν. Κοιμήθηκα τόσο κουρασμένος όσο και τις υπόλοιπες 22 μέρες. Ούτε όνειρα, ούτε δεύτερη σκέψη...
Ξύπνησα το επόμενο πρωινό με την αναγγελία, στις 6.00 κι άρχισα να ντύνομαι με τα στρατιωτικά. Χτύπησε το κουδούνι για το πρωινό προσκλητήριο κι βγαίνοντας στην πίστα αντίκρισα ολάκερη τη μοίρα ντυμένη στα χρώματα της παραλλαγής. Έξι και μισή το πρωί κι ο ουρανός μαύρος... πάλι το επίμονο σφύριγμα του Σμηνία έσπασε το σούσουρο. Από εκείνη τη στιγμή άρχισα να μαθαίνω...κι έχοντας δώσει υπόσχεση στον εαυτό μου έβλεπα τα πάντα σα να ήταν "μισογεμάτα ποτήρια". Σε όλα έβρισκα την ύπαρξη ενός νοήματος το οποίο με κρατούσε και με έκανε να μη σπάζω...
Και μέσα σε όλα όσα συνέβαιναν και με βασάνιζαν, τα μηνύματα, οι ευχές και τα τηλέφωνα φίλων, γνωστών και συναδέλφων με γέμιζαν κουράγιο και με έκαναν να χαμογελάω πιότερο. Μια φατσούλα χαμογελαστή σε ένα SMS της Συννεφούλας ήρθε σαν από μηχανής θεός σε μια στιγμή που παραλίγο να λυγίσω.
(να κάτι που δεν το έμαθε και το λέω εδώ!) Ώρες ατελείωτες η κάθε μέρα στο στρατό. Μα η νύχτα στη σκοπιά δεν περνάει με τίποτα. Τα ελάχιστα βήματα πέρα δώθε απ΄το φυλάκιο δεν φτάνουν για να σε ζεστάνουν. Το χαρακτηριστικό κρύο της Τρίπολης ήρθε να συμπληρώσει η βαριά ομίχλη που κάθε βράδυ σκέπαζε τα πάντα και δε σε άφηνε να δεις απολύτως τίποτα σε απόσταση ενός μέτρου.
Ένα τέτοιο παγερό κι ομιχλώδες βράδυ πάγωσα ίσαμε την ψυχή μου. Ήμουν στη σκοπιά με το όπλο παραπόδα και περίμενα όσο τίποτα να χτυπήσει το κινητό μου, να ακούσω στην άλλη άκρη της γραμμής μια φωνή οικεία που πολλά υποσχόμενη που είχε πει
"θα σε πάρω να σου κάνω παρεούλα απόψε...".Έμεινα να περιμένω...γιατί εκείνο το τηλέφωνο δεν έγινε ποτέ...κάποιοι άλλοι είχα "κλέψει" την παρέα μου. Η ψυχή μου πάγωσε εκείνο το βράδυ, πάγωσε όσο δε βάζει ο νους σας. Είχε σημασία για μένα εκείνο το τηλέφωνο που δεν έγινε ποτέ. Δε μου φταίει κανείς βέβαια...εγώ δε βάζω μυαλό και παραμένω αδιόρθωτος...την πάτησα που λεν αλλά δε πειράζει! Ακόμη κι αυτό το σκηνικό έμαθα...για μένα όλα είναι σχολείο...
Κάπως έτσι κύλησαν οι μέρες με πολλές δύσκολες στιγμές μα κι ακόμα περισσότερες στιγμές γέλιου κι ομόνοιας με παιδιά το καθένα εκ των οποίων κουβαλούσε το "σταυρό" του άλλοτε μοιραζόμενοι το φορτίο μας κι άλλοτε όχι.
Ο Σμηνίτης Σείριος σας φιλά γλυκά και θα επανέλθει ίσαμε να ξαναφύγει!
Να χαμογελάτε!
Ό,τι ευχήθηκα κι ό,τι φοβήθηκα
είναι καιρός να φανεί.