Με τον Οδυσσέα Ελύτη έχουμε "ανοιχτούς λογαριασμούς". Πάντα κατέφευγα (ή, καλύτερα να πω: προσέφευγα) στην παρασκιά του, ώστε να λάβω παραμυθία απ' τον λόγο του ή να βιώσω τη γόνιμη σιωπή, την οποία συνήθως εμπνέει. Όταν επισκέφτηκα το νησί της Πάτμου κατάλαβα ότι με τους "ανοιχτούς λογαριασμούς" μου δε θα ξεμπέρδευα εύκολα. Ασκεί μιαν επιρροή επάνω μου ο τόπος εκείνος. Το λευκό κι η αντανάκλαση του ήλιου, η ηρεμία κι η γαλήνη του τόπου, το γαλάζιο της θάλασσας και τα ασπρισμένα κύματα…
Άνθρωποι μ' ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσαν·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: "δεσποινίς"
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι "πάνω άνθρωποι" έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους "κάτω"·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια"
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου 'βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Σκαλίζω τις φωτογραφίες μου από εκείνο το ταξίδι και συνειδητοποιώ πόσο φως έχουν... πόσες όμορφες εικόνες έχει ξεκλέψει ο φακός μου. Κι η μανία μου να φωτογραφίζω καραβάκια, ανθρώπους την ώρα της εργασίας τους ή της ξεγνοιασιάς τελειωμό δεν έχει.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.
Η παρούσα ανάρτηση αφιερώνεται στην Kovo Voltes διότι άθελά της μου θύμισε όλα τούτα. Στο πικάπ ακούμε την Έλλη Λαμπέτη να διαβάζει τον "Χαρταετό" του Ελύτη. Στην πρώτη παράθεση στίχοι από το ποίημα που διαβάζει η Ε.Λ. και στο τέλος οι στίχοι από τη "Μαρίνα των Βράχων" του Ο. Ελύτη. Φωτογραφίες δικές μου από το ταξίδι στην Πάτμο. Στην πρώτη λεπτομέρεια από το μοναστήρι της "Αποκάλυψης". Το καραβάκι λεπτομέρεια από το διάκοσμο του δωματίου που έμενα. Ο τίτλος, στίχος από τη Μαρίνα των Βράχων. Καλή βδομάδα!
Η άνοιξη κι οι εκδρομές αυτή την περίοδο είναι το καλύτερο μου! Με γεμίζουν απερίγραπτη ενέργεια κι απροσδόκητη χαρά. Η φύση είναι στα καλύτερά της κι η διάρκεια της μέρας ιδανική για να μπορέσεις να χαρείς τα καλέσματα της άνοιξης. Θα σου φανεί παράξενο αλλά με ξεκουράζει και με κάνει να ξεχνιέμαι όταν περπατώ στα πράσινα μέρη της χώρας μας.
Το σούρουπο στη λίμνη...
Η οδήγηση ίσαμε εκεί είναι για μένα μια εμπειρία αλλόκοτη. Μου αρέσει να οδηγώ μονάχος ίσαμε τον τελικό προορισμό γιατί αυτό μου δίνει την πολυτέλεια να συγκεντρώνομαι στις σκέψεις μου και να απολαμβάνω τη μουσική που έχω επιλέξει. Ίσως αυτό να είναι η ισορροπία στη «βαβούρα» της παρέας που θα ακολουθήσει και την οποία αγαπώ εξίσου με την περισυλλογή που μου χαρίζει η προαναφερθείσα απομόνωσή μου.
Το βράδυ της Πέμπτης μιλώντας με τους φίλους μου έπεσε η ιδέα για μια κοντινή εκδρομή ανήμερα της εθνικής επετείου. Προορισμός μας η λίμνη Τσιβλού, ένα στολίδι, δημιούργημα εξ ολοκλήρου της φύσης η οποία απέχει γύρω στα 28 χιλιόμετρα από την παραλιακή πόλη της Ακράτας, ενώ σε απόσταση δέκα περίπου χιλιομέτρων απ’ αυτήν βρίσκεται το γραφικό πετρόχτιστο χωριουδάκι Ζαρούχλα.
Κι εκεί που δε το περιμένεις ξεπροβάλει
μια λίμνη με γαλαζοπράσινα νερά
Κάπως έτσι λοιπόν, με σύμμαχό μας τον ανοιξιάτικο καιρό κινήσαμε τη μονοήμερη εκδρομή μας η οποία εξελίχθηκε σε διήμερη…αφού το μέρος μας μάγεψε κι είχε τη δύναμη να μας κρατήσει κοντά του παρά το γεγονός ότι ήμασταν εντελώς απροετοίμαστοι για κάτι τέτοιο. Η πανέμορφη αυτή λίμνη βρίσκεται σε υψόμετρο 800 μέτρων, χαμένη στα πεύκα και στα έλατα που την περιβάλλουν.
Από εκείνο το σημείο και διανύοντας περίπου άλλα δεκαπέντε χιλιόμετρα φτάνεις στο χιονοδρομικό κέντρο των Καλαβρύτων, αφού πρώτα ανεβείς στα ψηλότερα σημεία του Παναχαϊκού κι αντικρίσεις, στις αλπικές κορφές του, χιόνι απάτητο. Αυτή ήταν η διαδρομή που κάμναμε σήμερα αφήνοντας τη Ζαρούχλα.
Οι κορυφές του Παναχαϊκού
Ανεβήκαμε το Παναχαϊκό, διασχίζοντας χιόνια ολόλευκα που αντανακλούσαν το υπέρλαμπρο φως του ήλιου κάνοντας τη λάμψη του μοναδική. Δεν ξέρω γιατί με ενθουσιάζει τόσο πολύ η δύναμη της λάμψης του ανοιξιάτικου ήλιου. Είμαι ικανός να κάθομαι στο ήλιο και να πυρώνω τα μάγουλα και το κορμί μου κι αυτό να με γεμίζει και να με κάνει παιδί. Αυτή η αίσθηση του μεταιχμίου άνοιξης και χειμώνα, καυτού ήλιου κ χιονιού είναι η αιτία που προκαλεί και εξιτάρει τις αισθήσεις μου.
Κατεβήκαμε στα Καλάβρυτα όπου ασφυκτιούσαν από κόσμο κι αυτό καθόλου δε μου άρεσε! Ίσως γιατί θέλω να ελπίζω ότι η ζωή κοντά στη φύση δεν έχει τους υπερφίαλους και φασαριόζικους ρυθμούς που έχει η ζωή στην πόλη. Τούτη η εκδρομή, ίσως παραπάνω από όσο υπολόγιζα, με γαλήνεψε. Να’ ταν η παρέα, η φύση, οι διαδρομές…όλα μαζί…; Ίσως…
Στα μικρά της ζωής κρύβεται το μυστικό. Να το θυμάστε αυτό για να μπορείτε να χαίρεστε κάθε στιγμή. Ψιτ, εκεί έξω υπάρχει περίσσευμα ομορφιάς και μια αγκαλιά για όλους μας αρκεί να έχουμε διάθεση να τα δούμε και τα δυο. Το τούνελ μπορεί να είναι σκοτεινό και μακρύ, αλλά αν είμαστε παρέα με άλλον δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα.
Όμορφη Κυριακή σε όλους!
ΥΓ.
1. Πώς ξέχασα εγώ τη φωτογραφική μηχανή, μου λέτε; Μου αρέσει που είχα κάνει όλα τα απαραίτητα για να την πάρω κοντά, είχα φορτίσει τη μπαταρία, είχα αδειάσει την κάρτα μνήμης...και στο τέλος την άφησα πάνω στο γραφείο! Ευτυχώς το κινητό με βόλεψε...Οι φωτογραφίες από την εκδρομή…κλικ για να δείτε με ευκρίνεια.
2. αύριο λέω να ασχοληθώ με τη βεράντα και να γίνω για λίγο κηπουρός! Έχω αγοράσει τα σχετικά από το περασμένο Σαββατοκύριακο. Ώρα να στρωθώ στη δουλειά. Για όποιον δεν το έχει καταλάβει αγαπώ τα λουλούδια, τα αρώματα, τα χρώματα…(λες να είμαι gay? χαχα)
3. τα μαγουλάκια μου είναι κόκκινα κόκκινα... με έπιασε ο ήλιος του Μάρτη! Και να πω ότι δε με είχε προειδοποιήσει η kovo Voltes... Bepanthol γρήγορα Σείριε!
4. Στο πικάπ ένα τραγούδι που οι στίχοι του είναι σπουδή στον έρωτα και την αγάπη. Μου το έμαθε κάποιος... τον ευχαριστώ...
Είχα τάξει μερικές φωτογραφίες, κι ως γνωστόν είναι να μην τάξεις σε παιδί κι άγιο... Παρότι είχα σκαρώσει μιαν αποχαιρετιστήρια ανάρτηση για το πέρας του 2010, αποφάσισα τούτη τη φωτογραφική ανάρτηση. Δεν ξέρω αν η "αποχαιρετιστήρια" θα δημοσιευθεί, όπως κ τόσες άλλες αναρτήσεις μου που για λόγους περίεργους κάπου στα μισά δεν αναρτώνται. Συντροφιά μου το πιάνο του Μάνου Λοϊζου σε ένα από τα ομορφότερα κομμάτια που έγραψε. Δεν ευχομαι από σήμερα για την έλευση του νέου χρόνου. Θα επανέλθω ίσαμε τότε.
Η σειρά φωτογραφιών είναι από το προσωπικό μου αρχείο κι είναι από τα μέρη της Ζήρειας (ορεινή Κορινθία) όπου πέρασα το διήμερο των Χριστουγέννων. Κοίτα τι ομορφιές έχει τούτη η χώρα...
εκκλησάκι ερημικό...το σήμαντρό του δε χτυπά, δεν έχει ψάλτη, ούτε παπά
ψηλά κι αέναα βουνά
Μονή Αγίου Γεωργίου, μοναχοί δύο
Ο παράδεισος κρυμμένος στα βουνά της Πελοποννήσου
Τεχνητή λίμνη Δόξα
Το έθιμο της φωτιάς
Η Στυμφαλία Λίμνη αποξηράνθηκε... ο κάμπος γεννήθηκε κι άνθισε (;)
Στην πέτρα και στο έλατο
Το τέλος της γιορτής...
Χωροταξία αυστηρή, εναλλαγές στους τόνους του πράσινου
"Η εκδρομή" ποίηση: Γιώργος Χρονάς, μουσική και ερμηνεία: Μάνος Χατζιδάκις.
Από τον ΚΟΙΝΟ ΒΙΟ (έργο 33, 1977). Βρίσκεται στο άλμπουμ "Μάνος Χατζιδάκις 2000 Μ. Χ."
Και τι μ' αυτό
δεν είναι λόγος ν' αναβληθεί η εκδρομή.
Τι κι αν υπάρχει μονάχα ένας οπαδός
Εμείς απ' άλλους τόπους, χωρίς δουλειά
μπορούμε ν' αποκλείσουμε
Αυτούς
που σ' άλλους συλλόγους ξενυχτάνε.
Και τι νομίζετε
εμείς δεν βλέπουμε τα γυμναστήρια ρημαγμένα;
τα καφενεία με παράγοντες πολιτικούς;
και τα χωράφια μας με ξένους.
Καλώ τους οπαδούς ν' ακολουθήσουν.
Δεν μας φοβίζουν τα κύματα.
Οι εθνικόφρονες είναι χαζοί.
Τα πούλμαν ας μείνουνε ακίνητα.
Η πρώτη μου μεγάλη «οδηγητική» εκδρομή εστέφθη με απόλυτη επιτυχία! Από καιρό είχα σχεδιάσει κι οργανώσει ένα εκδρομικό τουρ, για λογαριασμό των γονιών μου, στην περιοχή του Πηλίου. Εκείνο που δεν είχα υπολογίσει ήταν το γεγονός ότι εξαιτίας διαφόρων συγκυριών θα βρισκόμουν συνοδοιπόρος τους! Κι όχι απλώς συνοδοιπόρος, μα κι ο «αποκλειστικός» οδηγός – σωστός σοφέρ! – Έξι χρόνια οδηγός, με αρκετές ώρες και χιλιόμετρα οδήγησης να γράφουν στο κοντέρ μου, ήταν το πρώτο μεγάλο ταξίδι μου όντας στη θέση του οδηγού κι έχοντας στη θέση του συνοδηγού πιστό μελετητή του χάρτη τον πατέρα. (πως έρχονται τα χρόνια, άλλοτε εγώ κράταγα το χάρτη…)
Αν με ρωτήσετε ποιο χωριό του Πηλίου μου άρεσε περισσότερο δεν είμαι βέβαιος ότι μπορώ να σας απαντήσω με απόλυτη ειλικρίνεια. Η πολυκοσμία, η ατσαλοσύνη κι οι αγριοφωνάρες των ελλήνων τουριστών μπορούν να σε προσγειώσουν ακόμα κι ένα παραδείσιο μέρος… Αναμφισβήτητα το πράσινο της φύσης, η γραφικότητα του τοπίου, τα κρυστάλλινα νερά των θαλασσών και τα πολλά τρεχούμενα νερά είναι τα πρώτα πράγματα που σου κάνουν εντύπωση! Μελετώντας το χάρτη και παρεκκλίνοντας από την «κλασική τουριστική διαδρομή» είναι απολύτως βέβαιο πως βλέπεις πανέμορφα μέρη, ίσως καλύτερα από τα πολυδιαφημισμένα χωριά του Πηλίου.
Με απογοήτευσε ο μαρασμός της κοινότητας Μούρεσι(τσάμπα ο στίχος του Σαββόπουλου «το χωριό το Μούρεσι, χορεύει από προχτές…) καθώς κι γενικευμένη παρουσία αυτοκινήτων στα παραθαλάσσια χωριά Αγ. Γιάννης και Χορευτό. Απεναντίας, εξεπλάγην ευχάριστα με τα γαλαζοπράσινα νερά της Λαμπινούς και με την απουσία οχημάτων μέσα στον οικισμό της Μακρινίτσας. Αξίζει τον κόπο να διανύσετε ορισμένα παραπανίσια χιλιόμετρα και να επισκεφτείτε την Αργαλαστή.
Άλλο ένα αξιοσημείωτο τούτης της εκδρομής ήταν αποκλειστική παρουσία Ελλήνων εκδρομέων καθώς και οι απόλυτα προσιτές τιμές τόσο στα καταλύματα όσο και στα εστιατόρια. Η παρουσία τόσων πολλών ελλήνων τουριστών δεν είναι πάντοτε τόσο καλό…αλλά αυτό είναι μιαν άλλη κουβέντα.
Έχω κι άλλα πολλά να σας πω, αλλά αυτά για απόψε… πρέπει να ξαπλώσω… σε λίγες ώρες έχει «εργασία και χαρά» στο νέο αφεντικό! Φιλώ σας!
Καλό υπόλοιπο θέρους σε όλους σας! _____________________________
Σχόλια επί των όσων βλέπετε...
από το Σιδηροδρομικό σταθμό Μηλιών.
η "αποκάλυψη", η παραλία της Λαμπινούς
ο Seirios (δλδ εγώ) σε στιγμή που δεν ήλεγχα τη φωτογραφική μηχανή... χαζεύω-ξεκουράζομαι...
Υπάρχουν στιγμές που αρέσκομαι να φλυαρώ, να ζαλίζω τους οικείους μου ιστορώντας του μικρά γεγονότα που σκάλωσαν στη μνήμη μου κι αφορμή να τους τα διηγηθώ στάθηκε ένα άλλο εξίσου ασήμαντο γεγονός. Χάζευα κάποιες φωτογραφίες από ένα ταξίδι στη Γηραιά Αλβιόνα, τότε που είχα πάει να επισκεφτώ το εκλεκτό μου «Νερόφιδο». Δυο παλικαράκια οργώσαμε την Αγγλία ξεκινώντας από το νότιο τμήμα της φτάσαμε ίσαμε το βόρειο αστικό – βιομηχανικό Leeds. Κι εκεί που “έτρεχα” τις φωτογραφίες κι η μια ανάμνηση άναρχα ξεπεταγόταν για να υπερκαλύψει την άλλη, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο κόλλησα στη φωτογραφία που είχαμε βγάλει στο Αναστάσιμο γεύμα.
(Εδώ θα ανοίξω μια μεγάλη παρένθεση!>> Να ξεκαθαρίσω εξαρχής ότι δεν είμαι θρησκευόμενος άνθρωπος, δηλαδή δεν είμαι θρησκευόμενος, τουλάχιστον, όπως το έχει στο μυαλό της η μέση γιαγιά. Δεν ανήκω, σε καμία περίπτωση, στην κατηγορία άθεος! Ωστόσο για μένα δεν εννοούνται διαμεσολαβητές στη σχέση μου με το Θεό, όπως δεν υπάρχουν διαμεσολαβητές σε όλες τις μεγάλες έννοιες. Αγάπη, Έρωτας, Δημιουργία, Σύλληψη κ Θάνατος! Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις ο άνθρωπος πορεύεται μονάχος («μονάχος στη ζωή και στον θάνατο» όπως λέει κι ο Ρίτσος!).
Αυτός, λοιπόν, ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους απεχθάνομαι τον κλήρο… τον κλήρο με τη δημόσια δράση, τη σκανδαλώδη πολλές φορές στάση του, με τις μικρότητες του που μόνο απωθητικά δρουν για την οικοδόμηση μιας υγιούς σχέσης με το Θεό. Δεν έχω καμιά διάθεση να μιλήσω για θρησκείες, απλά θα ολοκληρώσω τη σκέψη μου με τη διαπιστώσω ότι από υπάρξεως της ανθρώπινης φύσης η ανάγκη μας να κοιτάμε μπροστά και ψηλά γέννησε την έννοια «Θείο» με όποια μορφή έχει λάβει ανά τους αιώνες!)
Ευθύς μόλις αντίκρισα εκείνη τη φωτογραφία θυμήθηκα (με κάποια νοσταλγία οφείλω να παραδεχτώ!) την Κατερινούλα και την Ξένια πιστές συντρόφισσες σε εκείνο το μεγάλο ταξίδι! Παρότι δεν ανήκω στους βαθιά θρησκευόμενους το Πάσχα έχει ξεχωριστή θέση στην ιδιαίτερη πίστη και σχέση μου με το Θεό. Παρότι θα μπορούσαμε να κάνουμε Ανάσταση στο πάντα κοσμοπολίτικο Λονδίνο, προτιμήσαμε να πάμε στην επαρχία του Essex όπου εβρίσκετο ένα ορθόδοξο μοναστήρι. Φτάνοντας στο σταθμό τουEssex, κατεβήκαμε αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ξέραμε και πολλά για το μοναστήρι! Ρωτάμε μερικούς περαστικούς αλλά δεν είχαν ιδέα… άρχισαν να μας ζώνουν φίδια! Ρε λες να την έχουμε πατήσει; Με τα πολλά μπαίνουμε σε ένα ταξί, εξηγούμε στον οδηγό ότι είμαστε ορθόδοξοι, ότι θέλουμε να γιορτάσουμε το Πάσχα κι ότι ψάχνουμε ένα μοναστήρι ορθόδοξο.
Ο οδηγός, έδειχνε να ξέρει… μας πήγαινε μέσα στην νύχτα σε κάτι λιβάδια κι πολιτεία όλο και περισσότερο ξεμάκραινε από τα μάτια μας. Μιαν αγωνία κι ανασφάλεια για πού ακριβώς πηγαίναμε είναι αλήθεια ότι την είχαμε! Ύστερα από διαδρομή μισής ώρας φτάσαμε σε ένα μέρος που σε τίποτα δε θύμιζε το μοναστήρι όπως μπορεί να το έχει στο μυαλό του καθένας από εμάς. Μας κατεβάζει ο οδηγός, πληρώνουμε κι αρχίζουμε μια εικοσάλεπτη πεζοπορία ακολουθώντας ένα μονοπάτι το οποίο έσχιζε μια κατηφορική πλαγιά. Άνθρωπος δεν υπήρχε ούτε μπρος ουτε πίσω μας. Τέσσερα παιδιά διασχίζαμε υπό το φως του μισοφέγγαρου έναν άγνωστο τόπο. Μέχρι να φτάσουμε να διακρίνουμε τον πρώτο οικίσκο με το αμυδρό φως, αλλαξοπιστήσαμε και δειλιάσαμε πολλές φορές. Κι εκεί που η πίστη μας, μας είχε εγκαταλείψει φάνηκε μπροστά μας ένα πανέμορφο μικρό εκκλησάκι λουσμένο από το φως των κεριών.
Φτάνοντας αντικρίσαμε αρκετό κόσμο (γιατί δεν βρήκαμε κανέναν σ’ όλη τη διαδρομή???). Πολλοί από αυτούς ήταν Κύπριοι και ορισμένοι Βούλγαροι! Ανταλλάξαμε μερικά «καλησπέρα» με αγνώστους όπου εκείνες τις στιγμές τους νιώθεις πιο οικείους κι από τους οικείους σου! Μπήκαμε στο μικρό εκκλησάκι τη στιγμή ακριβώς όπου άρχιζε η θεία Λειτουργία. Ελλείψει χώρου δεν υπήρχαν στασίδια ή καθίσματα, παρά μόνο ένας υποτυπώδης Επιτάφιος. Αφού ακούσαμε όλο τον επιτάφιο θρήνο, μόνο τότε άρχισαν τα «λόγια» του Μ. Σαββάτου! Η πίστη μας για ακόμη μια φορά είχε αρχίσει να κλονίζεται. Τα κορίτσια παραπονιόνταν για την κούραση που τους πρόσφεραν η ορθοστασία και τα τακούνια τους, ενώ εγώ με το Νερόφιδο, που κατά τη διάρκεια της μέρας δεν είχαμε αφήσει λίθο επί λίθου στο Λονδίνο, είχαμε αρχίσει να γλαρώνουμε από την κούραση.
Όλα αυτά μέχρι την ώρα που βγήκαμε για το αναστάσιμο μήνυμα. Και μη θαρρείς ότι εκεί ο Κύριος Ανασταίνεται όπως στην Ελλάδα τα μεσάνυχτα ακριβώς! Κάθε άλλο… εκεί κάναμε ανάσταση στις δύο παρά! Ίσως η πιο κατανυκτική στιγμή της μέχρι τότε ζωής μου. Δεν ξέρω αν σε αυτό συνετέλεσε η έλλειψη μικροφώνων, η απουσία λαμπερών φώτων ή μεγαλόσχημων ιερατικών σχημάτων! Όταν ξαναμπήκαμε στο ναό η ώρα περασμένες δυο, πράγμα που το δίχως άλλο σήμαινε πως θα καθόμασταν να παρακολουθήσουμε μέχρι το πέρας. Το πρώτο τραίνο για Λονδίνο ήταν το πρωί κι ούτε λόγος για την εύρεση ταξί!
Παρόλη την ορθοστασία και την κούραση που συσσωρευόταν ώρα με την ώρα άρχισα να συγκεντρώνομαι και να προσεύχομαι με θέρμη πρωτόγνωρη για τις συνήθειες μου! Κι όταν ήρθε η στιγμή να μεταλάβουν «οι νηστεύσαντες και μη», μετέλαβα των αχράντων μυστηρίων ίσως με τον ουσιαστικότερο τρόπο στη μέχρι τότε ζωή μου! Είχα να προβώ σε αυτή την πράξη από τα σχολικά μου χρόνια… ενήλικας δε το είχα πράξει ποτέ ούτε το επανέλαβα! Μονάχα εκείνη τη στιγμή ένιωσα στα αλήθεια το αίσθημα που προκαλεί η κάθαρσις. (τώρα που το ξανασκέφτομαι το όλο σκηνικό, ζωντανεύοντάς το στιγμή προς στιγμή έχω ένα αίσθημα ότι μολύνω κάτι καθαρό κι αγνό!).
Ακούσαμε το αναστάσιμο μήνυμα σε αρκετές γλώσσες κι όταν επήλθε η απόλυσις (μήπως η ορθή εκκλησιαστική λέξη είναι κατάλυσις?? Ιδέα δεν έχω!) όλο το εκκλησίασμα κατευθυνθήκαμε σε μια μεγάλη σάλα για το πασχαλινό αναστάσιμο γεύμα! Η ώρα σχεδόν τέσσερις το πρωί! Ένα άλλο πολύβουο μονοπάτι, σαν εκείνο το σιωπηλό που μας είχε οδηγήσει στο ναΐσκο μας, ήταν ο δρόμος μας για τη σάλα! Κι είχε μιαν υγρασία εκείνη τη βραδιά… που μου έχει μείνει αξέχαστη όσο και όλα τα άλλα. Πιάσαμε με τις κοπέλες που συνοδεύαμε ένα τραπέζι και μαζί μας έκαψαν και κανά δυο άλλοι άγνωστοι μας, όπου δεν άργησαν να γίνουν οικείοι. Μας ένωναν δυο κοινά, η μοναξιά της ξενιτιάς κι η γλώσσα, την ίδια στιγμή που μας χώριζαν χιλιάδες άλλα…κόσμοι αγεφύρωτοι που για κάποιες στιγμές ήρθαν κοντά!
Όταν πια ο ένας εκ των συνδαιτυμόνων προσεφέρθει να μας πάει με το όχημά του μέχρι των σταθμό των τραίνων κόντευε να ξημερώσει… ευχαριστήσαμε τον άνθρωπο που δεν πρόκειται να συναντήσουμε ποτέ στο διάβα της ζωής μας κι επιβιβαστήκαμε στο συρμό. Κάπως έτσι τελείωσε μιαν αλλόκοτη Ανάσταση, μακρυά από τη θαλπωρή των σπιτιών μας…
Συχνά συνηθίζω να λέω ότι παιδάκια μου είναι τα ταξίδια που κατά καιρούς έχω κάνει! Μικρότερα σε ηλικία τα πιο πρόσφατα και μεγαλύτερα εκείνα που ανήκουν στο παρελθόν… Δεν έχω ιδέα πως είναι να είσαι στα αλήθεια γονιός, αλλά τις προσδοκίες, τις συγκινήσεις, τις απογοητεύσεις, τις χαρές και τα κλάματα (την ώρα του αποχωρισμού – επιστροφής) που βιώνει κανείς μέσα από ένα ταξίδι ασυνείδητα τα έχω συνδέσει με τα
αντίστοιχα συναισθήματα που νιώθουν οι γονείς.
Σήμερα η μέρα είναι βροχερή, σκοτεινή κι η υγρασία δεσπόζει παντού! Χαζεύοντας απ’ το παράθυρο ο νους μου έτρεξε ίσαμε το ταξίδι στο Λονδίνο, που έκανα πέρσι. Θα σκεφτείς, φίλε ανώνυμε / επώνυμε αναγνώστη ότι
συνειρμικά η βροχή μου έφερε το νου το βροχερό Λονδίνο. Όμως, όχι! Εγώ το Λονδίνο το βρήκα με τον καλύτερο καιρό που θα μπορούσε να έχει! Ήλιο! Καυτός Ήλιος! Με έναν ήλιο, όμως, που η δύναμη του δεν έφτανε να φωτίσει ζωηρά τα κτήρια του ώστε να τον ανακλάσουν. Εν ολίγοις, παρά τη λιακάδα ένιωθες κάτι να
υστερεί απ’ τη ζωντάνια του ήλιου…
Αμέσως, κατάλαβα ότι η μουντή μέρα μου θύμισε το δίχως άλλο την εξίσου μουντή αίθουσα των Μαρμάρων του Παρθενώνα, στο Βρετανικό Μουσείο. Κι ενώ επρόκειτο, για την πιο καλοφωτισμένη αίθουσα με φυσικό και τεχνικό φωτισμό δεν έπαυε να είναι η πιο σκιερή! Δε θα πω μελαγχολική, διότι δεν διακατεχόμουν από το αίσθημα (μέχρι τότε) ότι τα «μαρμαρά μας» κακοπερνάνε στις προθήκες του συγκεκριμένου μουσείου…
Δεν άργησα να αντιληφθώ ότι εκείνο που έλειπε απ’ τα γλυπτά των ζωφόρων του Παρθενώνα, ήταν η δύναμη της λάμψης του ελληνικού ήλιου καθώς κι η «απλωσιά» που τους αναλογούσε! Με το σύστημα της ηχογραφημένης ξενάγησης άρχισα να περιδιαβαίνω το χώρο, παρατηρώντας και φωτογραφίζοντας τα γλυπτά. Τα γλυπτά που από την επίμονη απόξεση της «ειδικής συντήρησης» έχουν καταστραφεί! Οι επιφάνειες τους έχουν γίνει τραχείες ενώ λεπτομέρειες έχουν σβήσει για πάντα.
Στην αίθουσα εκείνη θα έμεινα για δυο ώρες. Δυο ώρες που έτρεξαν σα νερό σε γοργό ποτάμι. Κι ίσως τότε για πρώτηφορά να ενστερνίστηκα αυτό που από μικρό παιδί άκουγα να ζητά επίμονα η Μελίνα Μερκούρη. Να επιστραφούν τα Μάρμαρα στον φυσικό τους χώρο, στον αττικό ήλιο και τόπο. Είμαι βέβαιος, ότι όποιος έχει ανέβει στην Ακρόπολη κι έχει δει την εκτυφλωτική αντανάκλαση του φωτός στα μάρμαρα, σίγουρα θα νιώσει μελαγχολία στο Βρετανικό Μουσείο.
Βγαίνοντας, απ’ το Μουσείο άρχισα να περπατάω με κατεύθυνση το CoventGarden ενώ από τα ακουστικά του MP3 άκουγα τη Μαρία Δημητριάδη στο «εφτά ζωές». Ήταν το κομμάτι που ταίριαξε απόλυτα με τη μελαγχολία της στιγμής! Στο πολύβουο Λονδίνο, στη πόλη που μπορείς να ακούσεις τη λαλιά σου με τη ίδια σχεδόν συχνότητα που ακούς την αγγλική**,εγώ περπατούσα με μια μελαγχολική διάθεση που ζητούσε την Ελλάδα.
**Θα σκεφτείς ότι υπερβάλω. Όμως δεδομένου ότι οι Άγγλοι δε φωνάζουν όταν μιλάνε, όποτε άκουγες κάποιον να συνομιλεί με ένταση ήταν Έλληνας ή Κύπριος και σπανιότατα Άγγλος.