24-5-2009
Τούτο το Σ/Κ είχε απ' όλα! Λίγο κρασί, λίγη θάλασσα και το αγόρι μου...(ουπς! τούτο το τελευταίο ήταν άτοπο!) Παραδέχομαι πως η εργασιομανία των τελευταίων ημερών διαγράφηκε μονοκοντυλιά ή για ορθολογώ στον πυθμένα της θάλασσας.
Δυο μπάνια μετράω στο ενεργητικό μου (τα μετράω όπως έκανα όταν ήμουν μικρός) και πολλές ώρες κάτω από τον ήλιο. Πλάκωσα τα αντηλιακά κι έτσι γλίτωσα το έγκαυμα, όμως όχι και την ηλίαση...και ενώ δε γλίτωσα την ηλίαση δε γλίτωσαν με τη σειρά τους τέσσερα Cornetto! Ναι, καλά κατάλαβες! Εγώ, ο μη λιχούδης, έφαγα τέσσερα Cornetto σε δυο ημέρες. Διότι η νύχτα θέλει έρωτα... κι η πλαζ καφέ και παγωτό!
Ένα εκ των τεσσάρων φαγώθηκε σαν χάπι κατά της ταχυπαλμίας, διότι όταν εμείς προγραμματίζουμε η ζωή απλώς τα φέρνει όπως εκείνη θέλει. Κι επειδή θα σκεφτείς ότι κάτι πήγε στραβά, σπεύδω να σε προλάβω. Όλα καλά.πήγαν...
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή! Κολυμπάς αμέριμνος και νομίζεις ότι εντοπίζεις κάποιον στον οποίο πρέπει να μιλήσεις. Όμως αυτός ο κάποιος δεν σου είναι και τόσο οικείος κι ούτε είσαι βέβαιος ότι αυτός που έχεις εντοπίσει είναι εκείνος στον οποίο πρέπει να μιλήσεις. Για να στο κάνω πιο λιανά, πρόκειται να συναντήσεις κατόπιν ενός άτυπου ραντεβού κάποιον με τον οποίο φλερτάρεις και νομίζεις ότι ήρθε στο "ατυπο" ραντεβού σας...
Νομίζεις, λοιπόν, πως τον έχεις εντοπίσει και μάλιστα νιώθεις υπερτυχερός διότι ενώ κολυμπάς και δεν ξέρει σε ποια ξαπλώστρα κάθεσαι, επιλέγει να κάτσει με την παρέα του δυο σειρές μπροστά από σένα. Συνεχίζεις να κολυμπάς και κάνεις (και καλά!) τον αμέριμνο, επιχειρώντας να καταστρώσεις το σούπερ σχέδιο συνάντησης... όταν έχεις προβάρει ακόμα και τις υποτιθέμενες απαντήσεις που θα δώσεις στις ερωτήσεις "χαιρετούρας" αποφασίζεις να βγεις από τη θάλασσα.
Ξεκινάς για την ξαπλώστρα σου κι εντελώς τυχαία (μα εντελώς...) επιχειρείς να πέσεις μούρη με μούρη (- με ξενύχιασες παιδάκι μου/ -ω! με συγχωρείτε ήταν τυχαίο!). Το υποψήφιο άτομο (ο περί ου ο λόγος...) σε αγνοεί παντελώς, αλλά εσύ εμμένεις. Πιστεύεις ακράδαντα στο "επιμένων νικά"! Δε βάζεις με το φτωχό σου μυαλό ότι κάποιο λάθος κάνεις... Όταν με τα πολλά (το έχουν καταλάβει όλοι οι άλλοι..!) συνειδητοποιείς ότι κάποιο λάθος έχεις κάνει, στέλνεις SMS.Κι εκεί αρχίζει ένα νέο παιχνιδάκι. Το λένε "Μάντεψε Ποιος".Κι όσο παίζουμε το μάντεψε ποιος, προσπαθώ να εντοπίσω σε μια αχανή παραλία ποιος γράφει μηνύματα. Άδικος κόπος! Είσαι γάτα με πέταλα...με προλαβαίνεις... στέλνεις μήνυμα και γράφεις:-Δεν είσαι αυτός με το πράσινο μαγιώ ούτε εκείνος με την εφημερίδα!-Είμαι εκείνος, που κάθεται ευθεία στο καραβάκι...-Είμαι αυτός που κάθετε πίσω σου. Κερνάω παγωτό...
Τα εγκεφαλικά απανωτά! Αλλού σε περίμενα κι από αλλού έσκασες μύτη. Σηκώθηκα κι είδα ένα φωτεινό
Σήμερα, άδειασα το σάκο που παίρνω στη θάλασσα και καθώς άνοιξα ένα τσεπάκι με φερμουάρ, στο οποίο συνήθως δε βάζω τίποτα βρήκα κρυμμένο ένα χαρτί στο οποίο είχα γράψει όλα τα παραπάνω. Εκ των υστέρων θυμήθηκα ότι τα είχα γράψει στο δρόμο της επιστροφής από τη θάλασσα προς τα σπίτια μας. Σκέφτηκα να συνεχίσω τη διήγηση ακριβώς από εκεί που την είχα αφήσει τόσους μήνες πριν, αλλά ύστερα μου φάνηκε πως θα βεβηλώσω κάτι το οποίο είναι καθόλα αληθινό κι αυθεντικό. Νομίζω ότι περισσότερη αξία έχει το αυθόρμητο εκείνης της γραφής παρά οι λεπτομέρειες που ακολουθούν!
Ξαναδιαβάζοντας όλα εκείνα που είχα γράψει κι έχοντας την πολυτέλεια να γνωρίζω όσα ο χρόνος κι η ζωή μου επιφύλαξε ίσαμε τώρα θυμήθηκα το ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη, το Πιάνο Βυθού.
Αυτές οι νότες
που σας στέλνω με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυo
ως κάτω στον βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.
το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.
που σας στέλνω με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυo
ως κάτω στον βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.
το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.
Αχ, βρε Δρακατώρ...
Αυτό θα πει ζωή!
ΑπάντησηΔιαγραφήΦιλιά!