Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008

Ο ΗΛΙΟΣ, Η ΔΙΑΘΕΣΗ & ΕΝΑΣ ΕΥΑΣΘΗΤΟΣ ΛΗΣΤΗΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ!

“Μου’ ταξες ταξίδι να με πας
όσο μακρυά ο κόσμος φτάνει!
Που αλλού καρδιά να με πας,
πήγα στον παράδεισο και φτάνει…”


Αλλόκοτη η σημερινή μέρα! Το ίδιο αλλόκοτη κι η διάθεση μου! Θα μπορούσα να την παρομοιάσω μονάχα με ένα τρελό ασανσέρ το οποίο σε πάει μια στην ταράτσα και την άλλη στιγμή στο υπόγειο! Ίσως σε αυτό το σκαμπανέβασμα να ευθύνεται κι η εναλλαγή του καιρού! Ο ήλιος φλερτάρει με τα σύννεφα, η ζέστη κι η γλυκύτητα του φωτός με την παγωνιά και το αεράκι…

Εν τω μεταξύ, από την περασμένη Κυριακή (Πέμπτη σήμερα) ζω με μια εικόνα που με έκανε να την τοποθετήσω σε τόσο ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου όσο και μια άλλη! Είναι δυο εικόνες στις οποίες έχω συλλάβει τον εαυτό μου να είναι τόσο ξέγνοιαστος και ανέμελος για κάποια λεπτά της ώρας ωσάν να έγινα παιδί με ένα μαγικό τρόπο, τη στιγμή που τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας μου τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες.

Η πρώτη φορά που το ένιωσα αυτό ήταν το 2004 παραμονές Χριστουγέννων. Η σχέση μου τα «ψεύτικα ενωτικά Χριστούγεννα» δεν είναι κι οι καλύτερες! Ωστόσο εκείνες τις μέρες είχα επισκεφτεί μια παιδική κι εγκάρδια φίλη μου στην πόλη που σπούδαζε. Ανάμεσα στις ατελείωτες βόλτες που κάναμε, στα δυνατά γέλια και στις ατελείωτες κουβέντες μας, αποφασίσαμε (ομολογώ με κάποιο δισταγμό εγώ!) να ανεβούμε στο Καρουζέλ! Δεν ξέρω τη με έκανε πραγματικά να αισθανθώ τόσο ξέγνοιαστος… ίσως να επέτρεψα στον εαυτό μου να ξεκλέψει λίγη από την ψεύτικη χαρά που σκορπούσαν τα φώτα, η μουσική, η χαρά των μικρών παιδιών… ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω. Πάντως για μια στιγμή διαγράφηκαν όλα από το μυαλό μου, άδειασα από τις έγνοιες και τις σκοτούρες. Πέραν αυτής της γλυκιάς ανάμνησης από όλο αυτό, έχει απομείνει μια φωτογραφία με τη φίλη μου. Την είχαμε βγάλει την ώρα που ήμασταν στο καρουζέλ. Την αγαπάω τόσο πολύ αυτή τη φωτογραφία γιατί ο φακός έχει «κλέψει» την ματιά μου, την όψη της ευτυχίας και της γαλήνης.

Η δεύτερη εικόνα που έμελλε να λάβει κι αυτή μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου σχετίζεται με την ευτυχή συγκυρία δύο γεγονότων. Την περασμένη Κυριακή είχα αποφασίσει να βγω για καφέ, με μια παρέα παιδιών από τη σχολή προς την παραλιακή μεριά της πόλης. Ομολογώ ότι περνούσα χάλια…αλλά ήταν η μόνη ευκαιρία να δω έστω και για λίγο έναν καλό μου φίλο, ο οποίος θα περνούσε για λίγο από την πόλη μου. Είχα τόσο ανάγκη να δω αυτόν τον άνθρωπο!

Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει να γνωρίσετε ανθρώπους η επικοινωνία με τους οποίους σας κάνει να νιώθετε πλήρεις. Εγώ αυτό το έχω βρει σε μερικά άτομα, ένα από αυτά ήταν κι αυτός μου ο φίλος.
Και ενώ η ώρα περνούσα απελπιστικά βαρετά, με συζητήσεις του τύπου:
- Ακούσατε πότε θα γίνει ο ημιτελικός της Eurovision
- Είδατε που έκαψαν την Αθήνα οι χρυσαυγήτες…
μπλα μπλα μπλα…

Ακούω το κινητό μου να χτυπάει. Ήταν ο πάντα γελαστός μου φίλος.
«Έλα, που είσαι;»
Το λέω που ακριβώς καθόμαστε και μου λέει ότι θα έρθει!

Από εκείνη την ώρα μετρούσα τα λεπτά, σα να μην ήθελα να χάσω κανένα από όσα μπορούσα να χαρώ μαζί του! Είχα αρχίσει να κάνω τακτοποιώ τις σκέψεις μου, να βάζω σε μια κάποια σειρά τα όσα ήθελα να κουβεντιάσουμε… (τελικά τζάμπα κόπος…καμιά από τις σκέψεις μου δεν συζητήθηκε με τη σειρά που είχα θέσει…)
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι ήρθε ο φίλος μου. Μόλις τον αντίκρισα θυμάμαι πως σκέφτηκα ότι είχε αλλάξει, είχε ωριμάσει στην όψη! Χαιρετηθήκαμε εγκάρδια και άρχισα τις συστάσεις με τους υπόλοιπους. Η παρέα άρχισε να λέει και πάλι τα δικά της…τώρα πια με άφηναν παντελώς αδιάφορο όλες τους οι κουβέντες. Είχα στρέψει το κεφάλι μου προς τη θάλασσα κι έβλεπα ένα πλοίο που έφευγε για την Ιταλία. Ο ήλιος να με χτυπάει στο πρόσωπο και να μου αρέσει…δεν άκουγα, είχα αφεθεί στις σκέψεις μου…
Θυμόμουν το καράβι που μας είχε φέρει πριν μερικούς μήνες από εκείνο το μαγικό τετραήμερο στη Ζάκυνθο, τα τραγούδια με την κιθάρα στην ακτή κάτω από το ξενοδοχείο, το «Πορτοκάλι», την ακουαρέλα με τις ανεμώνες που είχα παζαρέψει κι όταν γύρισα να τις αγοράσω είχαν πωληθεί, τον σαλτιμπάγκο με τα ακροβατικά του στο κέντρο της πλατείας, το ηλιοβασίλεμα στο Κερί, τις αναλύσεις μας επί της Τέχνης …ύστερα θυμήθηκα κι άλλα…

Σε κάποια στιγμή ακούω μια φωνή να μου λέει:
«Ε, που ταξιδεύεις εσύ; Έχουμε πληρώσει, φεύγουμε…»

Τακτοποίησα τις οφειλές μου, χαιρετηθήκαμε με παιδιά κι έμεινα με τον φίλο μου, με τον οποίο δεν είχαμε μιλήσει για τίποτα ακόμα. Κατευθυνόμασταν προς το αυτοκίνητο μου, με σκοπό να φύγουμε. Μου πρότεινε έναν περίπατο μέσα στο λιμάνι, ήταν η ώρα ακριβώς που ο ήλιος άρχιζε τη δύση του. Πόσο καλά με ήξερε αυτός ο άνθρωπος. Πόσο καλά θυμόταν τι μου αρέσει! Αυτό ακριβώς ήθελα εκείνη τη στιγμή…να περπατήσω, να συζητήσω μαζί του, να με συμβουλέψει, να με μαλώσει και να με νουθετήσει με τον τρόπο που μόνο αυτός είχε…
Περπατούσαμε, ανταλλάσαμε τα νέα μας και ο ήλιος να δύει…να μας ζεσταίνει τις καρδιές μας. Μιλούσαμε, μιλούσαμε… σα να μη τελείωνε ποτέ η βόλτα μας. Σα να ξέραμε ότι θα έχουμε όλη την υπόλοιπη βραδιά μπροστά μας! (φυσικά, δεν την ειχαμε!)
Κάποια στιγμή κάτσαμε σε ένα παγκάκι, δεν μιλούσαμε. Βλέπαμε τον ήλιο που έδυε και χάριζε στον ουρανό ένα μωβ-μενεξεδί χρώμα. Ζεστά δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στο πρόσωπο μου. Τι τα είχε φέρει…δεν ξέρω ακριβώς! Ήταν δάκρυα ανακούφισης που είχα δει τον Π.; Μήπως, ήταν δάκρυα επειδή είχα καταλάβει ότι θα κάνω καιρό να δω τον Π; Ή μήπως, τελικά, ήταν δάκρυα ευτυχίας που έστω κι υπό αυτές τις συνθήκες έβλεπα τον Π;

Είδαμε τη δύση σιωπηλοί, σαν να μην θέλαμε να χαλάσουμε τη μαγεία της στιγμής. Ξεκινήσαμε με αργό βηματισμό για τα αυτοκίνητα μας. Δεν μιλούσαμε, αλλά η σιωπή μας ήταν σα να λέγαμε πολλά ο ένας στον άλλο! Ήταν, άλλωστε, κι αυτός ένας από τους κώδικες μας. Χαιρετηθήκαμε φτάνοντας στα αυτοκίνητα και ξεσπάσαμε σε κλάματα. Αυτά σίγουρα ήταν κλάματα λύτρωσης για μένα. Μπήκα στο αυτοκίνητο, έβαλα μπρος κι έφυγα. Στο φανάρι τα οχήματα μας στάθηκαν πλάι πλάι. Τον είδα να μου κλείνει το μάτι και να μου χαμογελά με το γνωστό του τρόπο, δείχνοντας μου με το δάχτυλο τον ουρανό!

Από εκείνη τι στιγμή κι έπειτα προσπάθησα να συμμαζέψω τον εαυτό μου. Ανασκουμπώθηκα, δεν ήθελα να με δουν έτσι οι γονείς μου επιστρέφοντας στο σπίτι. Νομίζω ότι ήταν μια από τις πιο όμορφες δύσεις που έχω δει. Αν τώρα σας μαύρισα την ψυχή με αυτή τη δεύτερη εικόνα που χαράχτηκε τόσο έντονα στο μυαλό μου, σας ζητώ ταπεινά συγγνώμη!

“ ο άνθρωπος κάθε φορά τρελά δανείζεται φτερά
και ψάχνει εδώ και ψάχνει εκεί γα μια χαμένη Κυριακή…”

5 σχόλια:

  1. ksexases ti xameni mpanana... kai to plisimo piaton.. iperoxa xristougenna:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φίλε Σείριε, η δεύτερη ιστορία σου με συγκίνησε. Η ομορφιά της ψυχής σου με κάνει να ταξιδεύω με όσα όμορφα γράφεις. Μη χάσεις ποτέ την ευαισθησία με την οποία βλέπεις τα πράγματα…

    Κάποιος σε έδωσε, φίλε Σείριε…xe xe έχεις χάσει το τσαντάκι σου εκείνα τα Χριστούγεννα. Αλήθεια αυτό με το πλύσιμο των πιάτων τι είναι?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. tipota... olo tou paraponiomoun pos eixa na plino piata hahahaha!

    tropical...

    ps: seirie elpizo na min arxiseis na me kinigas pou se edosa!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Οκ! Δεν θα αρχίσω να σε κυνηγάω. Τι γλίτωσες! Μου θύμησες την ατάκα tropical και τα γέλια που έχουμε κάνει με αυτή την αθώα λεξούλα… βρε να την έχω ξεχάσει τελείως… hehehe… γελάω και μόνο που τη λέω!

    Tropical tropical tropical tropical

    Πείτε το κι εσείς… tropical!

    Να΄ σαι καλά «ανώνυμε» αναγνώστη μου! Μου θύμησες το tropical! xaxaxa

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Φίλε “Alpha 9.89” σε ευχαριστώ για τα όσα καλά μου γράφεις σε αυτό το σχόλιο καθώς και στο άλλο, σχετικά με τον «Μικρό Πρίγκιπα». Από το ψευδώνυμό συμπεραίνω ότι είσαι μέλος της μεγάλης μας ραδιοπαρέας. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Μέχρι το Σείριο φτάνουν τα εξής σχόλια: